ΘΑΣΟΣ:Από την Μυθολογία στην Ιστορία

H πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα στη Θάσο βεβαιώνεται, σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα, κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική (20.000-10.000 π.Χ.), σε μια εποχή που η έκταση της Θάσου δεν έχει ακόμη αποκοπεί ως νησί από την απέναντι ακτογραμμή. Τότε
τοποθετείται η εκμετάλλευση των ορυχείων ώχρας που έχουν εντοπιστεί στη θέση Τζίνες, κοντά στα Λιμενάρια.
Tην 6η χιλιετία π.Χ., κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής περιόδου, δημιουργούνται στη Θάσο οι πρώτες μόνιμες εγκαταστάσεις, ενώ κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3200-2000 π.Χ.), παρατηρείται εντονότερη προτίμηση των πληθυσμών στις παράκτιες θέσεις.
Όταν στο νησί φθάνουν οι πρώτοι άποικοι από την Πάρο (680 π.Χ.) εγκαθίστανται στην θέση του σημερινού Λιμένα όπου βρίσκουν προϋπάρχοντα οικισμό. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η πόλη της Θάσου περιβάλλεται από ισχυρό οχυρωματικό τείχος μήκους 4 χιλιομέτρων.
Πολύ αργότερα, ενταγμένη στο βασίλειο του Φιλίππου Β΄, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του η Θάσος θα παραμείνει μια ανεξάρτητη και ακμαία πόλη με την οικονομική της δραστηριότητα στην θρακική ενδοχώρα να φτάνει μέχρι το Δούναβη.
Στα αυτοκρατορικά χρόνια δέχεται και καλλιεργεί την αυτοκρατορική λατρεία και ευεργετείται από τους αυτοκράτορες, ιδιαίτερα τον Αδριανό και γνωρίζει ευημερία τουλάχιστον μέχρι την καταστροφική επιδρομή των Ερούλων το 267-270 μ.Χ. Η πόλη θα συνέρθει από την καταστροφή και θα ξανακτιστεί. Με τον ερχομό του Χριστιανισμού, μετά την καθιέρωσή του ως επίσημης θρησκείας της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, χτίζονται στο νησί πολλές εκκλησίες, αλλά και πολυτελείς κατοικίες.
Νέο και οριστικό πλήγμα επέρχεται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. με τις επιδρομές των Σλάβων. Η πόλη κοντά στο λιμάνι εγκαταλείπεται και οι κάτοικοι καταφεύγουν στα υψώματα της Ακρόπολης.
Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την τύχη του νησιού κατά τον Μεσαίωνα. Τον 13ο αιώνα μ.Χ. βρίσκεται στην δικαιοδοσία των Βυζαντινών. Στα μέσα του 14ου αιώνα πέφτει στα χέρια Τούρκων πειρατών και το 1357 το ανακτούν δύο βυζαντινοί άρχοντες, ο Ιωάννης και ο Αλέξιος. Το 1414, ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος δωρίζει το νησί στον Γενοβέζο Jacomo Gattilusi, ενώ στους επόμενους αιώνες βρίσκεται πότε στα χέρια των Τούρκων και πότε των Βενετών. Το 1813 παραχωρήθηκε από τον Σουλτάνο στον Μεχμέτ Αλή, βεζύρη της Αιγύπτου, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. Με μία βραχύβια διακοπή κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821, το νησί παραμένει υπό Αιγυπτιακή κυριαρχία με ένα ήπιο καθεστώς αυτοδιοίκησης μέχρι το 1902 οπότε και ξαναπερνά στα χέρια των Τούρκων. Το 1912 απελευθερώνεται και προσαρτάται στο Ελληνικό κράτος.


Από την Μυθολογία στην Ιστορία

Ο Θάσος, πρόσωπο της Μυθολογίας, ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα. Μητέρα του Θάσου ήταν η Τηλέφασσα, που ονομαζόταν και Αργιόπη. Eίχε αδελφια τον Κάδμο, το Φοίνικα, τον Κίλικα και την Ευρώπη. Όταν ο Δίας έκλεψε την Ευρώπη, ο Αγήνωρ διέταξε τους γιους του να αναζητήσουν την αδελφή τους και να μη γυρίσουν πίσω χωρίς αυτή.Ταξίδεψαν μαζί  με την Τηλέφασσα στη Ρόδο και στη Θήρα. Όταν κάποτε  πέρασαν  από τη σημερινή νήσο Θάσο ψάχνοντας την Ευρώπη, ο Θάσος ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού και εγκαταστάθηκε εκεί ιδρύοντας αποικία για  την εκμετάλλευσή τους. Από τότε το νησί πήρε την ονομασία, «ήτις νυν από του Θάσου τούτου του Φοίνικος το όνομα έσχε» αναφέρει ο Ηρόδδοτος.(IV, 47 εκδ. Loeb)
Η Τηλέφασσα πήγε με τον Κάδμο στη Θράκη, όπου αρρώστησε και πέθανε. Αφού την έθαψε ο Κάδμος, μετά από συμβουλή των Θρακών, πήγε στο μαντείο των Δελφών και ακολουθώντας το χρησμό, ίδρυσε την Αρχαία Θήβα. Οι άλλοι δύο αδελφοί δεν μπόρεσαν ούτε και εκείνοι να βρούν την αδελφή τους, οπότε εγκαταστάθηκαν σε άλλους τόπους. Εκεί ίδρυσαν αποικίες και πόλεις, που πήραν το όνομά τους, Φοινίκη και Κιλικία.

 Ένας άλλος μύθος, που φαίνεται ότι πλάστηκε από τους Πάριους μετά την εγκατάστασή τους στη νέα τους πατρίδα λέει πως ο Ηρακλής δώρισε τη Θάσο στον Σθένελο και τον Αλκαίο, τους γιους του βασιλιά της Πάρου Ανδρόγεω.

Πρώτος οικιστής πάντως της Θάσου ήταν ο Θάσος, από τον οποίο πήρε και το όνομα του το νησί. Όμως πέρα από αυτό, υπάρχουν και κάποιες άλλες απόψεις καταγεγραμμένες και εγκυρότερες ίσως, σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του νησιού. Κάποιοι αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς, αναφέρουν τη Θάσο ως «Ηερία» για τον δροσερό καλοκαιρινό της αέρα. «Αιθρία» για τον συνήθως αίθριο ουρανό της, «Χρύοη» για το χρυσάφι των μεταλλείων της, Ήδωνίς» από τους 'Ηδωνες θράκες και «Ακτή της Δήμητρας» για τους πλούσιους και εκλεκτούς καρπούς της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το όνομα της Θάσου σχετίζεται ετυμολογικά με τη λέξη Δάσος, εξαιτίας των πολλών δασών που είχε κατά την αρχαιότητα αλλά και σήμερα. Άλλοι τέλος, συνδυάζουν το όνομα του νησιού με καιρικά ονόματα όπως το Άσος, Κάσος, κ.ά.


http://5.172.198.103/jti/cms/instance_images/1/262/262_4472.jpg

  
 Προϊστορία

Η Θάσος κατοικείτο κατά την Νεότερη Παλαιολιθική Εποχή και ήταν ενωμένη με την απέναντι στεριά. Νησί έγινε περίπου το 10.000 π.Χ.
 Κατά την Νεολιθική Εποχή στη Θάσο δημιουργούνται οικισμοί  σε ολόκληρο το νησί, όπως τα Λιμενάρια, το Καστρί Θεολόγου, η Ακρόπολη αρχαίας Θάσου στο Λιμένα, το σπήλαιο Μαριών, το σπήλαιο Δρακότρυπα Παναγίας κ.α.

Την Εποχή του Χαλκού, 3000-1100π.Χ. εμφανίζονται νέοι οικισμοί στη Σκάλα Σωτήρος, Αγ. Αντώνιος Ποτού, Αγ. Ιωάννης Λουκάς, Λαρνάκι Θεολόγου, αλλά και κατά την Εποχή του Σιδήρου που αρχίζει το 1100 π.Χ.
Ο Ηρόδοτος επισκέφτηκε το νησί και από αυτόν πληροφορούμαστε την παρουσία των Φοινίκων που εκμεταλλεύτηκαν τα ορυχεία χρυσού των Κοινήρων.Οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Θάσου, πριν από την εγκατάσταση των Ελλήνων, ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, βάρβαροι («ην βάρβαροι τό πρότερον ώκουν έως λόγος», Σκύμνος), σίγουρα Θράκες που ανήκαν στα ίδια θρακικά φύλα της περιοχής του Παγγαίου. Σε αυτούς είναι πολύ πιθανό πως οφείλεται και το παλαιότερο τοπωνύμιο Ηδωνίς ή Οδωνίς, από την ονομασία των Ηδωνών του Παγγαίου.
Ενώ το νησί κατεχόταν από τους Θράκες, στο ανατολικό τμήμα του είχαν εγκατασταθεί Φοίνικες, ίσως στις αρχές του 8ου αι. π.Χ., οι οποίοι είχαν ιδρύσει εμπορικό σταθμό για την εκμετάλλευση του χρυσού και του αργύρου. Τα μεταλλεία των Φοινίκων βρίσκονταν μεταξύ των τοποθεσιών Αίνυρα και Κοίνυρα, που είναι σημιτικά τοπωνύμια, ίσως ονόματα μετάλλων.

http://www.greceignoree.com/wp-content/uploads/2014/07/117_web.jpg
Ο ΚΟΥΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΡΙΑΡΙ (600 π.Χ.)

Μολονότι ήταν βέβαιο πως η Θάσος δεν ήταν έρημη πριν από την εγκατάσταση των Ελλήνων αποίκων, έως τα τελευταία χρόνια δεν είχαν επισημανθεί θέσεις προϊστορικών οικισμών πάνω στο νησί, ενώ πολλοί είναι οι γνωστοί οικισμοί της νεολιθικής εποχής και της εποχής του χαλκού στη Θράκη. Το καλοκαίρι του 1969 αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά δύο προϊστορικοί οικισμοί στο νότιο τμήμα του νησιού. Ο πρώτος είναι μια εντυπωσιακή σπηλιά, περίπου 1 χλμ. στα Ν του οικισμού Μαριών, και τα ευρήματά του χρονολογούνται στην πρώιμη εποχή του χαλκού, ίσως και στο τέλος της νεολιθικής εποχής. Ο δεύτερος είναι μια οχυρή ακρόπολη, στη θέση Καστρί, ανάμεσα στους οικισμούς Ποτού και Θεολόγου. Τα ευρήματα στα Β της ακρόπολης προέρχονται από την τελευταία φάση της νεολιθικής εποχής, την πρώιμη εποχή του χαλκού, όπως και από την εποχή του σιδήρου. Στα Δ και στα Ν της ακρόπολης απλώνεται ένα μεγάλο νεκροταφείο. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι που ερευνήθηκαν αποκάλυψαν πλούσια ευρήματα, που χρονολογούνται από το τέλος της όψιμης εποχής του χαλκού έως το τέλος της εποχής του σιδήρου (περ. 700 π.Χ.). Δεν είναι γνωστά τα έθνη ή τα φύλα που έζησαν στις θέσεις αυτές κατά τις διάφορες περιόδους της προϊστορίας.


Αρχαϊκή εποχή

Η ίδρυση της Θάσου τοποθετείται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., περίπου το 680 π.Χ. Ο Ευσέβιος εκκλησιαστικός συγγραφέας, έχει διασώσει τον σχετικό χρησμό του δελφικού μαντείου:

«Άγγειλον Παρίοις Τελεσίκλεες, ως σε κελεύω / νήσω εν Ηερίη κτίζειν ευδείελον άστυ».

 Η φήμη για τον πλούτο του νησιού είχε γίνει θρύλος και οι Ίωνες της Πάρου, θαλασσινοί και έμποροι καθώς ήταν, αντιλήφθηκαν τη στρατηγική και οικονομική σημασία του νησιού και της παραλιακής ζώνης της Θράκης και εγκαταστάθηκαν σε μια οχυρή θέση του βόρειου τμήματός του, την πιο κοντινή στις απέναντι ακτές, χτίζοντας την πόλη τους.

Οι αρχαίες πηγές και οι παραδόσεις, οι σχετικές με την αποίκηση της Θάσου, δείχνουν καθαρά τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού ρεύματος από την Πάρο προς τη Θάσο προς το τέλος του 8ου ή τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Ο Παυσανίας (Περιήγησις Χ, 28, 3) διέσωσε την παράδοση πως ο πατέρας του οικιστή Τέλλις με την ιέρεια Κλεόβοια μετέφεραν από την Πάρο στη Θάσο την οργιαστική λατρεία της Δήμητρας. Ακολούθησε η επιχείρηση του Τελεσικλή, που κατέληξε, έπειτα από σκληρές μάχες με τους Θράκες, στην ίδρυση της νέας αποικίας. Μια γενιά αργότερα, περίπου το 660-650 π.Χ., με νέες ενισχύσεις που κατέφθασαν από τη μητρόπολη, άρχισε η κατάκτηση της απέναντι παραλιακής ζώνης και η δημιουργία της περαίας ή της ηπείρου των Θασίων. Ανάμεσα στους νέους αποίκους ήταν και ο γιος του Τελεσικλή, ο ποιητής Αρχίλοχος, και ο φίλος του, στρατηγός Γλαύκος, ο γιος του Λεπτίνη, που σκοτώθηκε σε κάποια από τις μάχες για την ίδρυση του θασιακού κράτους. Αυτή η πολεμική επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και πολέμησαν σκληρά «κυσί Θρέιξιν». Τα δεινά τους ήταν μεγάλα. «Κλαίω τα Θασίων, ου τα Μαγνήτων κακά», γράφει ο Αρχίλοχος, που κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Σώθηκε φεύγοντας αφού πέταξε την ασπίδα του: «Ασπίδι μεν Σαΐων τις αγάλλεται, ην παρά θάμνω / έντος αμώμητον κάλλιπον ουκ εθέλων· / αυτόν δ’ εκ μ’ εσάωσα· τι μοι μέλει ασπίς εκείνη, ερρέτω· / εξαύτις κτήσομαι ου κακίω·» (Αρχιλόχου απ. 6, έκδ. Lοeb).

    Έπειτα από σκληρές μάχες και δύσκολες ημέρες οι Θάσιοι κατόρθωσαν να ιδρύσουν στην απέναντι παραλιακή ζώνη μια σειρά από οχυρές πόλεις, τα εμπόρια. Ως βέβαιες αποικίες της Θάσου αναφέρονται η Γαληψός, η Οισύμη, η Νεάπολις (στη θέση της Καβάλας), η Στρύμη και τελευταία χρονικά, οι Κρηνίδες (360-359 π.Χ.) που ο Φίλιππος Β’ μετονόμασε σε Φιλίππους. Πιθανές αποικίες της Θάσου θεωρούνται οι πόλεις Απολλωνία, Αντισάρα, Ακόντισμα και Πίστυρος.

Τον 6ο αι. π.Χ., οι Θάσιοι διείσδυσαν ειρηνικά και στην περιοχή της Σκαπτής Ύλης του Παγγαίου, όπου βρίσκονταν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου. Επιπλέον, επιχείρησαν να εγκατασταθούν και στον Βόσπορο, όπου ίδρυσαν έναν μικρό οικισμό, με την ονομασία Αρχιείον, προς τιμή του αρχηγού της αποστολής, Αρχία Αριστωνύμου. Από την Αρχαϊκή εποχή χρονολογείται η εγκατάσταση και η ίδρυση μικρών οικισμών και σε άλλα σημεία του νησιού για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του. Η Θάσος είναι κατάσπαρτη από τα ίχνη της αρχαίας ζωής και εγκαταστάσεων, που προέρχονται από διάφορες εποχές, όπως στοές και σκουριές μεταλλείων, θεμέλια μεγάλων κτιρίων ή περιμανδρωμένων αυλών, άνδηρα και επιτύμβια μνημεία· είναι γνωστοί 26 πύργοι του 4ου και 3ου αι. π.Χ., που προστάτευαν ορισμένες θέσεις, όπως και ένα μοναδικό κυκλικό κτίριο, στο ακρωτήριο Πύργος, στον όρμο της Ποταμιάς, που η αρχαϊκή επιγραφή του δηλώνει πως ήταν φάρος και τάφος του άρχοντα Ακηράτου.

Μεγάλο πλήθος από έργα αρχιτεκτονικής, πλαστικής και κεραμικής μαρτυρούν πως στους αρχαϊκούς χρόνους η Θάσος δημιούργησε ανθηρό πολιτισμό. Τα μεταλλεία του νησιού και της Σκαπτής Ύλης έδιναν, πριν από τους Περσικούς πολέμους, ετήσια πρόσοδο 200 και ενίοτε 300 ταλάντων,(Ηροδότου ΙστορίαVI, 46). Με τα έσοδα αυτά οι Θάσιοι οικοδόμησαν, στο τέλος του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., τον περίβολο της πόλης τους –μήκους περίπου 4 χλμ. που τα εντυπωσιακά του ερείπια σώζονται έως σήμερα– και τα ιερά τους και ναυπήγησαν ισχυρό εμπορικό και πολεμικό στόλο. Στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. κυκλοφόρησαν και τα πρώτα αργυρά νομίσματα με παραστάσεις σατύρου που απάγει στην αγκαλιά του μια νύμφη η οποία, όπως φαίνεται, του αντιστέκεται ζωηρά.

Το 491 π.Χ., οι Θάσιοι «διαβληθέντες υπό των αστυγειτόνων» στους Πέρσες (Ηροδότου VI, 46) πως ετοίμαζαν αποστασία, διατάχθηκαν από τον Δαρείο να γκρεμίσουν τα τείχη και να παραδώσουν τον πολεμικό τους στόλο. Λίγο αργότερα, το 480 π.Χ., αναγκάστηκαν να φιλοξενήσουν τη στρατιά του Ξέρξη δαπανώντας για το δείπνο που παρέθεσαν, χάρη των αποικιών τους, το εξαιρετικά μεγάλο ποσό των 400 ταλάντων (Ηροδότου VII, 118).

http://www.wondergreece.gr/public/images/2013/05/11/archaia_agora/20130511172601archaia_agora1.jpg
Αρχαία Αγορά Θάσου

Κλασική εποχή

 Μετά τη φυγή των Περσών από την Ελλάδα, η Θάσος έγινε το 477 π.Χ. μέλος της Α΄ Αθηναϊκής συμμαχίας, συνεισφέροντας αρχικά 30 τριήρεις. Οι απόπειρες των Αθηναίων να διεισδύσουν στην περιοχή της Περαίας και του Παγγαίου ανάγκασαν τους Θάσιους να αποστατήσουν από τη συμμαχία. Ο Κίμων πολιόρκησε την πόλη τρία χρόνια και τελικά εξανάγκασε τους Θάσιους σε συνθηκολόγηση με βαρύτατους όρους: να γκρεμίσουν τα τείχη τους, να πληρώσουν υπέρογκο φόρο και να εγκαταλείψουν την ήπειρο και τα μεταλλεία τους (Θουκυδίδου Ι, 101). Η αύξηση όμως του φόρου από 3 σε 30 τάλαντα το 447 π.Χ. εξηγείται με την απόδοση στη Θάσος ολόκληρης της Περαίας ή μεγάλου μέρους της. Στο β’ μισό του 5ου αι. π.Χ., το εμπόριο της Θάσου ήταν πολύ σημαντικό και το κρασί της περιζήτητο. Ένας νόμος του τελευταίου τετάρτου του 5ου αι. δείχνει πως η πόλη ασκούσε τελωνειακό έλεγχο σε όλη την περιοχή, από τον Άθω έως τις εκβολές του Έβρου. Στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη δοκιμάστηκε σκληρά από εμφύλιους πολέμους, στάσεις και συνωμοσίες. Η περίοδος αυτή είχε δραματικό τέλος με την κατάληψη της Θάσου από τον Λύσανδρο (405-404 π.Χ.) και τη σφαγή όλων των φίλων των Αθηναίων μέσα στο ιερό του Ηρακλή.

 Μεταξύ 390 και 388 π.Χ. οι Αθηναίοι απελευθέρωσαν τη Θάσο από τους Πελοποννήσιους, η οποία, λίγο αργότερα το 375 π.Χ. έγινε μέλος της Β’ Αθηναϊκής συμμαχίας. Στο ίδιο διάστημα, η πόλη ανασυγκρότησε τις δυνάμεις της, έδωσε αμνηστία, αύξησε τον πληθυσμό της, εξομάλυνε τις διαφορές της με την αποικία της, Νεάπολη, και προσπάθησε να ανακτήσει την παλιά της αίγλη. Αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας ήταν η ίδρυση των Κρηνίδων στην πλουσια περιοχή του Δάτου. Τότε κυκλοφόρησε ένα καινούργιο νόμισμα με την επιγραφή «ΘΑΣΙΟΝ ΗΠΕΙΡΟ». Σε λίγο όμως ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας κυρίευσε τη μία μετά την άλλη τις αποικίες της Θάσου και περίπου το 340 π.Χ. φαίνεται ότι είχε τον έλεγχο και της ίδιας της Θάσου με τον Αριστόλεω, αρχηγό της φιλομακεδονικής μερίδας.


Ελληνιστική εποχή


Την περίοδο της κυριαρχίας των Μακεδόνων οι Θάσιοι διατηρούσαν μια σχετική αυτονομία που φαίνεται και από την έκδοση χάλκινων νομισμάτων και επιδίδονταν στο εμπόριο που τους εξασφάλιζε οικονομική άνεση. Σύμφωνα με έναν κανονισμό των αρχών του 3ου αι. π.Χ., το κλειστό λιμάνι αναδιοργανώθηκε και ορίστηκαν ζώνες για την προσόρμιση των μεγάλων πλοίων. Κατά τη διάρκεια του 4ου και του 3ου αι. π.Χ. χτίστηκαν ιερά και δημόσια οικοδομήματα, ανεγέρθηκαν χορηγικά μνημεία, το θέατρο απέκτησε το οικοδόμημα της σκηνής, χτισμένο με μάρμαρο, στήθηκαν αγάλματα και η Αγορά άρχισε να αποκτά τη μνημειακή της εμφάνιση που διατήρησε και στους επόμενους αιώνες. Λίγο πριν από το 200 π.Χ. η πόλη φαίνεται ότι ήταν αυτόνομη, αφού έθεσε όρους στον βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Ε’, προκειμένου να του επιτρέψει την είσοδο σε αυτήν. Οι Ρωμαίοι μετά τη νίκη τους το 197 π.Χ. στη θέση Κυνός Κεφαλαί ανακήρυξαν τη Θάσο ελεύθερη πολιτεία.




Ρωμαϊκή εποχή

Η Θάσος εξακολουθούσε να είναι μεγάλη πόλη και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ενώ οι κάτοικοί της πλούτιζαν με το εμπόριο που διεξήγαγαν σε μεγάλη κλίμακα. Τον 2ο αι. π.Χ. (180 ή 148 π.Χ.) κυκλοφόρησαν τα μεγάλα αργυρά τετράδραχμα, κεφαλή νεαρού Διονύσου στεφανωμένο με κισσό, Ηρακλής με ρόπαλο και επιγραφή «ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΘΑΣΙΩΝ» που κυκλοφόρησαν ευρέως στον βαλκανικό χώρο έως την κεντρική Ευρώπη. Πλούσιοι πολίτες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους Ρωμαίους τιτλούχους που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη, στους οποίους μεσολαβούσαν για τον διακανονισμό υποθέσεων άλλων πόλεων.
Η Θάσος υπέφερε πολλά δεινά κατά την πολιορκία των στρατευμάτων του Μιθριδάτη, μένοντας πιστή στη φιλία της με τη Ρώμη· γι’ αυτό, με συγκλητικό δόγμα του 80 π.Χ. ανταμείφθηκε με προνόμια και με την παραχώρηση των παλαιών της κτήσεων στην Περαία. Κατά την ιστορική Μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. το νησί αποτέλεσε βάση των επιχειρήσεων των δημοκρατικών αρχηγών Βρούτου και Κάσσιου.

Την εποχή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων δημιουργήθηκε νέα τάξη αρχόντων, οι φιλοκαίσαρες και φιλοπάτριδες, και η εξουσία συγκεντρώθηκε σε ένα ολιγάριθμο σώμα, τη Γερουσία. Οι τέχνες γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως στην εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού. Στην Αγορά χτίστηκαν στοές και δημόσια κτίρια και τα τοπικά εργαστήρια της πλαστικής, που είχαν επιδοθεί στην κατασκευή διαφόρων έργων, ανδριάντων, πορτραίτων αυτοκρατόρων ή μελών των βασιλικών οικογενειών, ανάγλυφων.
 Μεταξύ των ετών 213 και 217 μ.Χ., έξω από το ιερό του Ηρακλή υψώθηκε μεγαλοπρεπής αψίδα με τρία ανοίγματα, προς τιμήν των αυτοκρατόρων Καρακάλλα, Ιουλίας Δόμνας και Σεπτίμιου Σεβήρου. Η κατασκευή αυτή είναι το τελευταίο γνωστό επίσημο μνημείο της πόλης λίγο πριν από την επικράτηση του Χριστιανισμού.

 Όσο  η Θάσος  βρισκόταν υπό Ρωμαϊκή κατοχή, παρέμεινε ελεύθερη μόνο κατ' όνομα. Γι' αυτό και ο Πλίνιος την αναφέρει ως ελευθέρα μέχρι την εποχή των Φλαβίων, οπότε ο Βεσπασιανός (69-70 μ.Χ.) ένωσε τη Θάσο με την επαρχία της Θράκης, η οποία αποτελεί από εδώ και στο εξής τμήμα της κοσμοκράτειρας Ρώμης. Φαίνεται όμως ότι ενώ τα χρόνια αυτά έχασε την ελευθερία της, ανέκτησε την παλιά της ευημερία και τον πλούτο, όπως μαρτυρούν και οι πλούσιοι σαρκοφάγοι που σώζονται από την εποχή αυτή.
Στα τελευταία σκιρτήματα της ρωμαϊκής δημοκρατίας, οι Θάσιοι δε μένουν αμέτοχοι. Στην τελική αναμέτρηση των δημοκρατικών Βρούτου και Κάσιου με τους αντιπάλους τους Αντώνιο και Οκτάβιο, που έγινε στους Φιλίππους, η Θάσος θέλοντας και μη χρησιμοποιήθηκε ως βάση και κέντρο επισιτισμού από τους δημοκρατικούς. Στη Θάσο μετέφερε ο Βρούτος τον Κάσσιο, που αυτοκτόνησε στην πρώτη αυτή μάχη των Φιλίππων αποδίδοντας του τις τελευταίες τιμές. Εκεί επίσης, μετά τη δεύτερη μάχη και το θάνατο του Βρούτου, κατέφυγαν εδώ πολλοί επιφανείς Ρωμαίοι. Το φθινόπωρο του 42 π.Χ. πάντως, ο Αντώνιος, νικητής πλέον, επέβαλε  εναντίον της αντίποινα. Η δυσμένεια ευτυχώς δεν κράτησε για πολύ, γιατί ο Αύγουστος και η οικογένεια του ξανάδωσαν στο νησί τα παλιά του προνόμια, ωστόσο η πορεία και η εξέλιξη του θα είναι στο εξής συνδεδεμένη με την ιστορία της Ρώμης και των αυτοκρατόρων της, πράγμα που αντανακλάται στην κοινωνική του ζωή και στους θεσμούς.
Παράλληλα, συνεχίζεται η κοινωνική της εξέλιξη κι ένας μικρός αριθμός οικογενειών κρατάει στα χέρια του τις δουλειές και τα χρήματα, ενώ οι γυναίκες αναλαμβάνουν ιερατικές λειτουργίες και ανακαινίζουν με έξοδα δικά τους τα ιερά. Στα χρόνια της αυτοκρατορίας, η κυβέρνηση της Ρώμης δοκιμάζει να ανανεώσει την αριστοκρατία και δημιουργεί μια νέα τάξη, τους «φίλους του Καίσαρος και φίλους της πατρίδος», τίτλο που έχουν οι περισσότεροι επιφανείς Θάσιοι από τον 1ο π.Χ. αι. Στα τέλη του 2ου μ.Χ. αι., συγκαταλέγεται στις αρχές μια Γερουσία. Οι αρχιερείς του Αυγούστου ασχολούνται με κατασκευές, προσφορές και παραστάσεις με σκοπό να επιδείξουν τα πλούτη τους. Φέρνουν αγώνες μονομάχων, «κυνήγια» και ανακαινίζουν το θέατρο, στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όταν στα χρόνια του Κλαύδιου, ιδρύεται η επαρχία της Θράκης, η Θάσος επωφελείται και απαλλάσσεται από την υποχρέωση να προμηθεύει στρατιώτες αλλά και από κάποιες αγγαρείες στο ηπειρωτικό αυτοκρατορικό ταχυδρομείο.
Ως τον 4ο αιώνα μ.Χ. στα χρόνια του Αδριανού, η Θάσος παραμένει γεμάτη ζωντάνια και βρίσκεται σε μεγάλη άνθηση. Με τον ερχομό του Χριστιανισμού πολλαπλασιάζονται οι βασιλικές, όπως και στους Φιλίππους, όπου ο Απόστολος Παύλος έκανε το πρώτο του κήρυγμα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Τέλος, στα βυζαντινά χρόνια, η Θάσος γίνεται η έδρα της Επισκοπής.


Βυζαντινή εποχή


Η αρχή της βυζαντινής περιόδου συμπίπτει με το τέλος της πολιτείας και του πολιτισμού της Θάσου. Λίγες, ελλιπείς και συγκεχυ­μένες είναι όμως οι πληροφορίες των βυζαντινών χρονογράφων σχετικά με τη Θάσο εκείνη την εποχή. Η χριστιανική θρησκεία, έγινε γνωστή στο νησί το 52 μ.Χ., όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από την Τρωάδα (Μ. Ασία) στη Νεάπολη (Καβάλα). Η διάδοση του χριστιανισμού έγινε γρήγορα, όμως το γεγονός άργησε να εκδηλωθεί, γιατί οι αρχές του νησιού φρόντιζαν με κάθε τρόπο να μη δυσαρεστούν τη Ρώμη, που η θρησκεία της ήταν η αυτοκρατορική λατρεία και η στάση της απέναντι στο χριστιανισμό εχθρική. Στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, η Θάσος ευημερούσε και οι κάτοικοι της έκτισαν όμορφες εκκλησίες.
Τον ίδιο αιώνα ξεκίνησαν και οι επιδρομές των κατακτητών του νησιού από εχθρούς που επέδραμαν από το βορρά, την ανατολή και τη δύση.

Οι Άβαροι, νομαδικός λαός της Ευρασίας, ήταν αυτοί που κατέλαβαν πρώτοι τη Θάσο, τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού και παρέμειναν έως το 600 μΧ που την ανακατέλαβε ο Ηράκλειος. Το 765 μ.Χ.  Σλάβοι πειρατές εισέβαλαν στο νησί κι έδιωξαν ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων. Ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, γνωστός από την περίοδο της Εικονομαχίας, μη μπορώντας να ανακαταλάβει το νησί, ήρθε σε διαπραγματεύσεις μαζί τους.

Από τον 7ο μ.Χ  αιώνα εντείνονται οι πειρατικές επιδρομές  στο νησί, μέχρι το 961 μ.Χ., όταν ο Νικηφόρος Φωκάς συντρίβει τους Σαρακηνούς. Το 904 οι Σαρακηνοί, έπειτα από την κατάληψη της Κρήτης και την καταστροφή της Θεσσαλονίκης, έφτασαν και στη Θάσο. Ναυπήγησαν πλοία και κατασκεύασαν πολιορκητικές μηχανές, ενώ συγχρόνως λεηλάτησαν και μετέφεραν αρκετούς από τους κατοίκους στον Χάνδακα του Ηρακλείου της Κρήτης και από εκεί τους πούλησαν για σκλάβους.
Το 961 μ.Χ., η Θάσος ανήκει και πάλι στο βυζαντινό κράτος, στο θέμα της Θράκης, μέχρι το 1204.
 Στην αρχή της Φραγκοκρατίας κατά το 1204, το νησί προσαρτήθηκε πιθανότατα στο βασίλειο του Βονιφάτιου του Μομφερατικού της Θεσσαλονίκης, αργότερα όμως πέρασε στην κυριαρχία του Βυζαντίου.
Το 1204 μ.Χ., μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, η Θάσος δόθηκε στον βενετό δόγη Ερρίκο Δάνδολο. Οι Βενετοί έκτισαν ανάκτορα στην ακρόπολη, διασκεύασαν το τείχος σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής και έκτισαν μεγάλους πύργους σε διάφορα σημεία της πόλης, ερείπια των οποίων σώζονται ως σήμερα.

Η Θάσος επανέρχεται για ακόμη μια φορά στο βυζαντινό κράτος το 1261μ.Χ. , μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Το 1306 μ.Χ. , ο Τιδεδίας Ζαχαρίας είναι ο δυνάστης της Θάσου, ενώ στις αρχές του 13ου αιώνα, το νησί λεηλατείται από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου και αργότερα από Ενετούς, Ισπανούς και άλλους επιδρομείς.

 Μεταξύ 1307 και 1313μ.Χ.  κατέλαβε τη Θάσο ο Γενοβέζος Τεντίζιο Ζακάρια, μετά το Βυζάντιο, ενώ ύστερα δέχτηκε τις πειρατικές επιδρομές του Αλέξη από τη Βελικώμη της Βιθυνίας, ο οποίος με ορμητήριο την Ανακτορούπολη λυμαινόταν την περιοχή. Ο Ανδρόνικος ο Β' επιχείρησε το 1315 να αποσπάσει το νησί από τους Καταλανούς, αλλά η προσπάθεια του απέτυχε.
Το 1357μ.Χ.  τέθηκε υπό την κυριαρχία των δύο αδελφών Αλεξίου και Ιωάννη, στρατηγών του Βυζαντίου. Ο Ιωάννης φαίνεται να οχύρωσε την περιοχή του αρχαίου λιμανιού με τείχος και έναν πύργο, του οποίου τα θεμέλια είναι ακόμα ορατά.
Το 1414, ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος δώρισε τη Θάσο στη γενοβέζικη οικογένεια των Γατελούζων που τη διατήρησαν ως τιμάριό τους μέχρι την Τουρκοκρατία. Οι  Γατελούζοι το 1434 οχύρωσαν την ακρόπολη χτίζοντας τα τείχη και τους πύργους της· στην αυλή τους φιλοξένησαν το 1444 και το 1445 τον αρχαιόφιλο ταξιδιώτη Κυριάκο Αγκωνίτη.

Κατά τη Βυζαντινή εποχή, η Θάσος ανήκε αρχικά στο θέμα της Μακεδονίας, έπειτα της Θράκης, και έγινε έδρα επισκόπου.
 Η χριστιανική θρησκεία, έγινε γνωστή στο νησί το 52 μ.Χ., όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από την Τρωάδα της Μικράς Ασίας στη Νεάπολη της Καβάλας. Η διάδοση του Χριστιανισμού έγινε γρήγορα, όμως το γεγονός άργησε να εκδηλωθεί, γιατί οι αρχές του νησιού φρόντιζαν με κάθε τρόπο να μη δυσαρεστούν τη Ρώμη, που η θρησκεία της ήταν η αυτοκρατορική λατρεία και η στάση της απέναντι στο Χριστιανισμό εχθρική. Στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, η Θάσος ευημερούσε και οι κάτοικοι της έκτισαν εξαιρετικές εκκλησίες.
Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει στον χώρο της αρχαίας πόλης τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Οι επιδρομές των Βανδάλων το 467-468, των Σλάβων τον 8ο και 9ο αι., των Αράβων τον 9ο και τον 10ο αι. αλλά και η πειρατεία προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές.

Τουρκοκρατία


Το 1455 τα στρατεύματα του Μωάμεθ Β' κυρίευσαν τη Θάσο και εξόρισαν σχεδόν όλους τους κατοίκους στην Κωνσταντινούπολη. Στην κατοχή των Τούρκων, εκτός από μικρά διαστήματα κατοχής των Βενετών (1457-59 και 1466-79), παρέμεινε έως το 1813 τιμάριο του Τούρκου ναυάρχου, που πλήρωνε στο ταμείο του σουλτάνου 450.000 άσπρα. Ο ταξιδιώτης Μπρακονιέ, που πέρασε από τη Θάσο το 1707, γράφει πως τότε το νησί αριθμούσε 7.000-8.000 κατοίκους. Οι πειρατικές επιδρομές του 18ου και 19ου αι. ερήμωσαν τα παράλια και ανάγκασαν τους κατοίκους να αποσυρθούν στο εσωτερικό, χτίζοντας νέα χωριά, μακριά από τη θάλασσα,όπως τον Θεολόγο, την Παναγία, το Μεγάλο Καζαβήτι κ.ά.
Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1770-1774 μια μοίρα του ρωσικού στόλου είχε υπό την κατοχή της τη Θάσο και από εκεί προμηθεύονταν οι Ρώσοι την απαραίτητη ξυλεία για τη ναυπήγηση και την επισκευή των πλοίων τους.
 Το έτος 1813 αποτελεί ορόσημο για την ιστορία του νησιού. Τότε ο σουλτάνος παραχωρεί τη  Θάσο στον ηγεμόνα  της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφερε  στην αυτοκρατορία απελευθερώνοντας τις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Η Θάσος γίνεται  «αληθές» βακούφι, δηλαδή τα έσοδα από τη φορολογία των κατοίκων θα διαθέτονταν για τις  ανάγκες των αγαθοεργών ιδρυμάτων Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) και Μενδρεσέ (Διδασκαλείο) της  γενέτειρας του Μεχμέτ, της Καβάλας. Η Τουρκία θα είχε την επικυριαρχία του νησιού η  οποία εκδηλωνόταν με την είσπραξη του κεφαλικού φόρου.
Η περίοδος της Τουρκοαιγυπτιακής συγκυριαρχίας διακρίνεται σε δύο ουσιαστικά περιόδους:

Κατά την πρώτη  περίοδο από το 1813 έως το 1874 κάτω από τον σκιώδη έλεγχο του Μεχμέτ Αλή και των κληρονόμων του και μακριά από  την τουρκική διοίκηση οι κάτοικοι του νησιού ζουν σ’ ένα κλίμα ελευθερίας που τους δίνει  τη δυνατότητα να διευρύνουν τα κοινοτικά προνόμια της τουρκοκρατίας και να δημιουργήσουν  ένα ιδιότυπο κοινοτικό καθεστώς που τους επιτρέπει την αυτοδιαχείριση των κοινοτήτων.  Μετά το θάνατο του Μεχμέτ Αλή, το 1849, οι διάδοχοί του αποκτούν το δικαίωμα της  κληρονομικής μεταβίβασης της κυριαρχίας της Αιγύπτου στη Θάσο. Η αντικατάσταση του  Τούρκου διοικητή του νησιού με Αιγύπτιο το 1854 φέρνει τη Θάσο ακόμα πιο κοντά στην  Αιγυπτιακή κυριαρχία. Η χαμηλή φορολογία - σε σχέση με αυτήν που επιβάλλει η Τουρκία στις  υπόλοιπες υπόδουλες περιοχές - και η ανάληψη της θέσης του διοικητή της Θάσου από έναν  φωτισμένο Αιγύπτιο, τον Τζαφέρ Μπέη.

Στη δεύτερη περίοδο από το 1874  έως το 1902, οι διάφοροι Αιγύπτιοι διοικητές του νησιού με διαταγές της Αιγύπτου αφαιρούν σταδιακά τα προνόμια του νησιού και προσβάλλουν το ιδιότυπο κοινοτικό πολίτευμα. Η αλλαγή της στάσης της Αιγύπτου υπαγορεύεται και από τη στάση της Αγγλίας η οποία από το 1883, έτος διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ, ελέγχει την Αιγυπτιακή κυβέρνηση λόγω των δανείων που της παραχώρησε.
Η σημαντική θέση της Θάσου στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου αλλά και ο ορυκτός πλούτος του νησιού καθώς και η δραστηριοποίηση της εταιρείας Spiegel που εξυπηρετούσε γερμανικά συμφέροντα κάνουν τους Άγγλους να υποδείξουν στους Αιγύπτιους μια σκληρή πολιτική απέναντι στο νησί η οποία εκδηλώνεται με την κατάργηση , όπως προαναφέραμε, των κοινοτικών προνομίων αλλά και την επιβολή νέων δυσβάστακτων φόρων. Την ένταση στις σχέσεις μεταξύ Αιγυπτίων και Θάσου ενίσχυσε και η αλόγιστη εκμετάλλευση των δασών του νησιού η οποία κορυφώθηκε όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση επιχείρησε να παραχωρήσει στη εταιρεία του Ψιακή την εκμετάλλευση μεγάλης ποσότητας ξυλείας. Δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση μεταξύ των κατοίκων οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις: μία φιλοαιγυπτιακή και μία φιλοτουρκική η οποία επιθυμούσε την επιστροφή στην πλήρη κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση επέβαλε φόρο για τα ερίφια ζητώντας τη σταδιακή εξόντωσή τους οι κάτοικοι του νησιού εξεγείρονται. Πραγματοποιείται μεγάλη συγκέντρωση στο Θεολόγο όπου παρεμβαίνουν οι αιγυπτιακές αρχές βίαια με αποτέλεσμα των θάνατο δύο κατοίκων. Η γενική συνέλευση των κατοίκων απευθύνεται στις τουρκικές αρχές στην Καβάλα και ζητά την επαναφορά της Θάσου στην τουρκική διοίκηση.
 Οι Τούρκοι βρίσκουν αφορμή και τον Απρίλιο του 1902, με την πρόφαση της αποκαταστάσεως της τάξης, ανακαταλαμβάνουν το νησί και ορίζουν Τούρκο υποδιοικητή χωρίς να καταλύσουν επίσημα την από αιώνος τουρκοαιγυπτιακή συγκυριαρχία. Η  αντίδραση αυτή των κατοίκων είχε ως σκοπό, σε συνεννόηση με τον Έλληνα πρόξενο, να φύγουν από την αιγυπτιακή κυριαρχία και να περάσουν στην τουρκική για να μην αποκλειστεί η Θάσος από τον ελληνικό κορμό σε περίπτωση ένταξης της Μακεδονίας στο Ελληνικό κράτος. Η κατάσταση βέβαια δεν βελτιώθηκε εφόσον η τουρκική κυβέρνηση επέβαλε νέους φόρους και εφάρμοσε θεσμούς που ίσχυαν στην υπόλοιπη αυτοκρατορία όπως αυτός της υποχρεωτικής στράτευσης των υπηκόων. Το καθεστώς αυτό ίσχυσε μέχρι την κατάληψη του νησιού από τον ελληνικό στόλο στις 18 Οκτωβρίου του 1912. Τότε ξεκινά μία νέα περίοδος έως την ομαλή ένταξη του νησιού και των Νέων Χωρών στο ελληνικό κράτος.

Η Επανάσταση του 1821 και η Θάσος 

Μετά τις συνεχείς πειρατικές επιδρομές του 16ου και 17ου αιώνα, που είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των ανθηρών παραλιακών οικισμών, η Θάσος αρχίζει να ανακάμπτει και από τις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει ν’ αποβαίνει σημαντικό εμπορικό εξαγωγικό κέντρο. Γαλλικά και Βρετανικά πλοία προσεγγίζουν συχνά το λιμένα των ελαιώνων και φορτώνουν σιτάρι, λάδι, μέλι, κερί και κρασί, για να το μεταφέρουν στην Ευρώπη. Οι Θάσιοι αρχίζουν ν’ ασχολούνται με το διαμετακομιστικό εμπόριο και πλοία Θασίων χρησιμοποιούνται για κοντινά ταξίδια. Η εμπορική ανάπτυξη επέτρεψε στους Θασίους ν’ αποκτήσουν οικονομική άνεση, ν’ ανεγείρουν ευρύχωρα σπίτια, ν’ αποκτήσουν τα πρώτα σχολεία. Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, εμφανίζονται φωτεινές προσωπικότητες, για να δώσουν τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα. Σπουδαίες πνευματικές φυσιογνωμίες καλύπτουν με τη δράση τους όλο το 18ο αιώνα. Ο επίσκοπος Σεραφείμ στις αρχές του αιώνα, ο τυπογράφος Σωτήρης Δούκας στα μέσα και ο αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Σταματιάδης στα τέλη του αιώνα, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, στη συνέχεια, μύησε πολλούς Θασίους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο προεστός της Θάσου Χατζηγιώργης Μεταξάς.

Η γενίκευση της παιδείας οδήγησε στην εθνική αφύπνιση και αυτογνωσία. Στα σχολεία που λειτουργούσαν στο Καζαβήτι, στην Παναγία και στο Θεολόγο, καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση, διδάχθηκε η αρχαία ιστορία, έγινε κριτική της δουλείας, ακούσθηκαν φιλελεύθερα συνθήματα. Με τη συνεχή διαφώτιση, η Θάσος προετοιμάσθηκε για την Επανάσταση του 1821.
Ψυχή της επανάστασης στη Θάσο στάθηκε ο προεστός Χατζηγιώργης Μεταξάς. Στη σύσκεψη που έγινε στο σπίτι του στο Θεολόγο, υπογράμμισε, βέβαια, τους κινδύνους και εξέφρασε τις επιφυλάξεις του για την επιτυχία του κινήματος, τελικά, όμως, τα γεγονότα της εποχής του τον παρέσυραν σ’ έναν αγώνα επικίνδυνο και καταδικασμένο. Ξεσήκωσε τους συμπατριώτες του σε περιοχή που δεν κινήθηκε καμία επαρχία λόγω της παρουσίας μεγάλων τμημάτων τουρκικού στρατού. Στην απόφασή του αυτή να κηρύξει την Επανάσταση στη Θάσο, οπωσδήποτε, θα συνέβαλε και η εξέγερση της γειτονικής Χαλκιδικής από την μια μεριά και η παρουσία των 800 ενόπλων Ελλήνων από την άλλη, που είχαν αποβιβάσει τα Ψαριανά πλοία.

Η Επανάσταση στη Θάσο εκδηλώθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1821. Το αποβατικό άγημα του καπετάν Κανέλου, με το ντόπιο σώμα του Χατζηγιώργη χτύπησαν τους Τούρκους στον Ποτό. Όσοι Τούρκοι γλίτωσαν, κατέφυγαν στο Καζαβήτι, όπου ενώθηκαν με τους υπόλοιπους Τούρκους των άλλων χωριών. Όλοι μαζί πέρασαν τότε στην Καβάλα. Οι Θάσιοι δεν προέβησαν σε σφαγές Τούρκων. Τον ίδιο τον αγά τους τον συνέλαβαν και τον πέρασαν απέναντι, αφήνοντάς τον ελεύθερο.

Ο αρχικός ενθουσιασμός για την εύκολη εσωτερική επικράτηση, μετατράπηκε γρήγορα σε αγωνία των κατοίκων, όταν πληροφορήθηκαν, μάλιστα, για το πλήθος των Τούρκων που είχαν συγκεντρωθεί στην απέναντι ακτή κι ετοιμάζονταν για απόβαση. Οι κάτοικοι του νησιού αντιλήφτηκαν τον κίνδυνο που διέτρεχαν κι, εσπευσμένα, έστειλαν απεσταλμένους  στα Ψαρά για να ζητήσουν βοήθεια. Από το υπόμνημα του Νικόδημου μαθαίνουμε ότι τα πλοία του Α. Καλημέρη και Αναγνώστη Βαλαβάνη, που κατέφθασαν έγκαιρα, βομβάρδισαν και διασκόρπισαν τα τούρκικα στίφη που είχαν συγκεντρωθεί στην Κεραμωτή.

Η Επανάσταση στη Θάσο δεν κράτησε για πολύ χρονικό διάστημα. Η κακή συμπεριφορά και οι βιαιοπραγίες των 300 κουρσάρων, που ήρθαν με Ψαριανά πλοία και διέμεναν στη Θάσο, επέφερε κάποια αλλαγή στα πνεύματα των Θασίων. Εξαγόραζαν οι Θάσιοι την ελευθερία τους απ’ αυτούς τους κουρσάρους, με την πληρωμή κάποιου φόρου. Η διακοπή ακόμα των σχέσεών τους με την Καβάλα, τους στοίχιζε πάρα πολύ. Γρήγορα ξαναθυμήθηκαν την παλιά τουρκοαιγυπτιακή εξουσία. Δεν πέρασε καλά καλά ένα εξάμηνο από τότε που είχαν κηρύξει την Επανάσταση και οι Θάσιοι, μόνοι τους, ζήτησαν την υποταγή τους στους Τούρκους με τον όρο να πληρώσουν τους φόρους που δεν είχαν καταβάλει κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Έκθεση της 24ης Δεκεμβρίου του 1821 του Αυστριακού προξένου Θεσσαλονίκης αναφέρει την υποταγή του Άθω και της Θάσου. Η υποταγή έγινε με τη συμφωνία να καταθέσουν οι Έλληνες τα όπλα και να μην μπαίνει κανένας ένοπλος Τούρκος μέσα στις περιοχές αυτές.

Το επαναστατικό κίνημα του 1821 στη Θάσο πρέπει να θεωρηθεί προσωπικό επίτευγμα του Χατζηγιώργη Μεταξά. Χωρίς το Χατζηγιώργη, που ήταν η ψυχή του όλου κινήματος, η παρουσία των Ψαριανών δε θα μπορούσε να συμπαρασύρει τους Θασίους στο καταδικασμένο από τα πράγματα κίνημά τους. Ανέλαβε την πρωτοβουλία σε προχωρημένη ηλικία, και μόνος στην Ανατολική Μακεδονία, απομονωμένος και απομεμακρυσμένος απ’ τις υπόλοιπες επαναστατικές εστίες, αποφάσισε τη θυσία παρά τη συνέχιση του ζυγού της δουλείας. Όταν το επαναστατικό κίνημα έληξε άδοξα, αρχικά κρύφτηκε σε μια κρύπτη του σπιτιού του κι ύστερα αναχώρησε για την Τήνο και Σύρο, όπου έμεινε 2-3 χρόνια. Επέστρεψε το 1824 κι αποβιβάστηκε στη σκάλα του Καζαβητίου «Σαλούπες». Πληροφορήθηκε, όμως, ότι ήταν επικίνδυνο να εμφανισθεί δημόσια, γι’ αυτό ξανάφυγε με το ίδιο πλοίο στην Αίγυπτο, για να συναντήσει τον Μεχμέτ Αλή. Ο Μεχμέτ Αλή τον αμνήστευσε και με το χαρτί της αμνηστίας ο Χατζηγιώργης επέστρεψε και ξαναπόκτησε την περιουσία του, που είχε δημευθεί από τους Τούρκους. Φαίνεται, όμως, ότι δεν έζησε πολύ, αφού σε δικαιοπρακτικό έγγραφο, που συντάχθηκε στις 29 Δεκεμβρίου του 1825, μνημονεύεται ως μακαρίτης. Οι κακουχίες και η λύπη του για την αποτυχία του κινήματος, η σωματική εξουθένωση και, προπάντων, η ψυχική του συντριβή του προκάλεσαν τραύματα που τον οδήγησαν στο θάνατο.

Στο τέλος του 19ου αι., η οικονομική κατάσταση του νησιού ήταν σε κακή κατάσταση. Όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση ανέθεσε σε μια αγγλική εταιρεία την εκμετάλλευση των δασών ξέσπασαν ταραχές. Το 1902 επενέβησαν οι Τούρκοι και απέσπασαν το νησί από την αιγυπτιακή κυριαρχία. Όμως, στις 17 Οκτωβρίου 1912 ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης απελευθέρωσε τη Θάσο η οποία μετά από λίγο καιρό ενώθηκε επίσημα, όπως και η Μακεδονία, με την Ελλάδα.

 Αρχαιολογία - Ανασκαφές

Οι πρώτες ανασκαφές στη Θάσο έγιναν το 1863-1864 από τον Γάλλο Benigne-Emmanuel-Clement Miller, το 1886. Το 1888 συνέχισε ο Άγγλος ερευνητής και αρχαιολόγος James Theodore Bent και το 1910 ο Makridy-Bay, αλλά τα ευρήματά τους μεταφέρθηκαν σε μουσεία του εξωτερικού. Το 1911, άρχισε συστηματικές ανασκαφές η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, με τους Avezοu, Picard και Reinach, οι οποίες συνεχίστηκαν με διακοπές μόνο κατά τους δύο Παγκόσμιους πολέμους. Σε αυτές τις ανασκαφές, αποκαλύφθηκε σημαντικό τμήμα της αρχαίας πόλης, βρέθηκαν και ταυτίστηκαν ιερά και δημόσια κτίρια και μεγάλο πλήθος έργων τέχνης. Η μορφή της πόλης, όπως διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια περίπου δέκα αιώνων (7ος π.Χ. – 3ος μ.Χ.) είναι τώρα, σε πολύ γενικές γραμμές, γνωστή.
Όταν οι Πάριοι άποικοι αποβιβάστηκαν στο νησί, κατέλαβαν τα οχυρά υψώματα που δεσπόζουν στον χώρο της πόλης και εκεί ίδρυσαν τα πρώτα ιερά για τις λατρείες των θεών που έφεραν μαζί τους, του Πύθιου Απόλλωνα, που με τον χρησμό του οδήγησε τον οικιστή Τελεσικλή, και της Πολιούχου Αθηνάς, που λατρευόταν στη μητρόπολη Πάρο. Η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται κοντά στη θάλασσα, στους βορειοδυτικούς και δυτικούς πρόποδες της ακρόπολης· εκεί αποκαλύφθηκαν οι παλαιότερες κατοικίες: αψιδωτά χτίσματα που μοιάζουν με καλύβες, με τοίχους χτισμένους, έως ένα ύψος, με πλακωτούς σχιστόλιθους και πιο ψηλά με πλιθιά και καλάμια σκεπασμένα με πηλό.

Το αρχαιότερο και πιο σεβάσμιο μνημείο, που διατηρήθηκε στην επιφάνεια πολλούς αιώνες, είναι το κενοτάφιο του στρατηγού Γλαύκου (β' μισό 7ου αι. π.Χ.), που αποκαλύφθηκε στη θέση της Αγοράς. Στον 7ο αι. π.Χ. ανήκει πιθανότατα και ο πρώτος μικρός ναός του Ηρακλή με τοίχους πολυγωνικής τοιχοδομίας που έχουν οπωσδήποτε επισκευαστεί στο β' μισό του 6ου αι. π.Χ.

 Στον 6ο αι. π.Χ. χτίστηκε, εκτός από τα παλαιότερα ιερά του Πύθιου Απόλλωνα και της Πολιούχου Αθηνάς, το αρχαιότερο ιερό της Άρτεμης, της οποίας η λατρεία  στην ίδια θέση χρονολογείται από τα ευρήματα στο α' μισό του 7ου αι. π.Χ., το ιερό των πατρώων θεών και διάφορα αταύτιστα οικοδομήματα, χτισμένα σύμφωνα με μια πολύ όμορφη πολυγωνική τοιχοποιία, που αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης. Την ίδια εποχή, στη βόρεια συνοικία εφαρμόστηκε ενιαίο σχέδιο για την οικοδομή κατοικιών πάνω σε κανονικά οικοδομικά τετράγωνα που διασχίζουν κάθετοι και παράλληλοι δρόμοι.

 Στο τέλος του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. χτίστηκε ο περίβολος του οικισμού μήκους 4 χλμ. Τα ερείπια των τειχών, που διατηρούνται σε ικανό ύψος, προκαλούν βαθιά εντύπωση στον σημερινό επισκέπτη του χώρου. Από τις δέκα γνωστές πύλες, οι πέντε, που φέρουν τις ονομασίες πύλη του Σιληνού, του Ηρακλή και Διονύσου, του Δία και της Ήρας, της Θεάς με το άρμα, του Ερμή και των Χαρίτων, είναι φιλοτεχνημένες με αξιόλογες παραστάσεις θεών, ηρώων ή δαιμόνων, που προστάτευαν την πόλη από τον εχθρό, όπως ακριβώς και τα μεγάλα αποτρόπαια μάτια, που είναι σκαλισμένα σε λιθόπλινθο του νότιου τμήματος του τείχους. Είναι πολύ πιθανό, πως παράλληλα με το τείχος οικοδομήθηκε και το ένα από τα δύο λιμάνια της πόλης, το κλειστό πολεμικό λιμάνι, καθώς οι οχυρώσεις του αποτελούν προέκταση του περιβόλου μέσα στη θάλασσα.

Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ανεγέρθηκε, πάνω σε άνδηρο του μεσαίου λόφου της ακρόπολης, ο μεγάλος μαρμάρινος ναός της Πολιούχου Αθηνάς, που δέσποζε σε ολόκληρο τον χώρο της πόλης. Στην κάτω πόλη, το ιερό του Ηρακλή προσέκτησε τον μνημειακό του χαρακτήρα, με τα οικοδομήματα που χτίστηκαν διαδοχικά στη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. (λέσχη, ναός, πρόπυλο, περίβολος, οικοδομή με οίκους κλπ.) με συνέπεια να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ιερό της Θάσου.

Στην περιοχή της Αγοράς οικοδομήθηκε, περίπου το 470 π.Χ., η Δίοδος των Θεωρών, φιλοτεχνημένη με τα έξοχα ανάγλυφα του Απόλλωνα και των Νυμφών, του Ερμή και των Χαρίτων, που τώρα βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου.
Την ίδια εποχή, επιχωματώθηκαν οι παλαιότερες οικίες της βόρειας συνοικίας, ανυψώθηκε το έδαφος και στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα χτίστηκαν οι νέες κατοικίες. Προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ. ανήκει η αρχαιότερη οικοδομή του θεάτρου που την αναφέρει ο Ιπποκράτης στις Επιδημίες. Τον 4ο αι. π.Χ. άρχισε η ανέγερση της Αγοράς, δίπλα στο κλειστό λιμάνι (περίπου 100 x 100 μ.) που ολοκληρώθηκε σταδιακά τον 2ο αι. μ.Χ. Από τα παλαιότερα κτίρια είναι το ιερό του Δία Αγοραίου, το κτίριο με παρασκήνια και η μεγάλη βορειοδυτική στοά (αρχές 3ου αι. π.Χ.). Έξω από την Αγορά χτίστηκαν, την ίδια εποχή, το ιερό του Διονύσου, το ιερό του Ποσειδώνα και η μεγάλη τετράγωνη υπόστυλη οικοδομή του Θερσίλοχου.

Η πολεοδομική εξέλιξη της Θάσου συνεχίστηκε στους ελληνιστικούς χρόνους και στη ρωμαϊκή εποχή. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., το θέατρο απέκτησε τη μαρμάρινη προσθήκη της σκηνής και τον αρχιτεκτονικό του διάκοσμο, ενώ στον περίβολο του ιερού του Διονύσου ανεγέρθηκαν μεγάλα χορηγικά μνημεία, κοσμημένα με αγάλματα. Στην Αγορά, από τον 3ο έως τον 1ο αι. π.Χ., χτίστηκαν η θόλος, το πώρινο οικοδόμημα, το μνημείο του Θεαγένη, το μνημείο με τη μορφή πλοίου, τα εργαστήρια και η συνοικία, δώρο του πολίτη Θεοδέκτου, πέντε μαρμάρινες εξέδρες, η βορειοανατολική στοά και το ηρώο του Λεύκιου και του Γάιου Καίσαρα. Στον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. χτίστηκαν η νοτιοδυτική στοά και τα προπύλαια της Αγοράς, η μεγάλη νοτιοανατολική στοά και η συνεχόμενη με αυτήν υπόστυλη αίθουσα, και στρώθηκε με μαρμάρινες πλάκες το μεγαλύτερο μέρος της πλατείας.

Τον 2ο αι. μ.Χ. διαμορφώθηκε και όλη η περιοχή έξω από τη νότια γωνία της Αγοράς και τη νοτιοανατολική στοά της. Τότε χτίστηκε ένα Ωδείο ή μικρό θέατρο και απέναντί του μια περίστυλη, γύρω σε τετράγωνη αυλή, στοά. Η κεντρική λεωφόρος της πόλης, που από το ιερό του Ηρακλή έφερε στην Αγορά, πλακοστρώθηκε, και στην παρυφή της έξω από το Ωδείο, υψώθηκε μια μαρμάρινη εξέδρα του Τιβέριου Κλαύδιου Κάδμου. Επίσης, αναμαρμαρώθηκε το θέατρο και ανακατασκευάστηκε η ορχήστρα και η σκηνή του για τα ρωμαϊκά θεάματα και τους αγώνες των μονομάχων.

Στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. ανήκει και το τελευταίο γνωστό επίσημο μνημείο: η θριαμβευτική αψίδα που ανέγειρε η πόλη μεταξύ 213 και 217 μ.Χ. στην περιοχή του ιερού του Ηρακλή προς τιμή των αυτοκρατόρων Καρακάλλα, Ιουλίας Δόμνας και Σεπτίμιου Σεβήρου.



 Το αρχαίο νόμισμα της Θάσου

Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., την εποχή της ακμής της μεταλλωρυχείας στη Θάσο, η ετήσια παραγωγή πολύτιμου μετάλλου ανερχόταν στα 200 τάλαντα, που σήμερα ισοδυναμεί με 7,2 τόνους ασήμι. Νομισματοκοπεία υπήρχαν πιθανώς στην αρχαία πόλη της Θάσου, στη Νεάπολη (Καβάλα) και στην Περαία της (διάφορες μικρές πόλεις-αποικίες της Θάσου, όπως ο Δάτος, η Οισύμη κ.α.), τα οποία προφανώς κατατάσσονται στα αρχαιότερα νομισματοκοπεία του ελλαδικού χώρου. Τα τελευταία 100 χρόνια οι αρχαιολογικές ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών άνω των 10.000 νομισμάτων που κόπηκαν στην Θάσο.
 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/6e/Thasos_coin.jpg
Αργυρός Στατήρας Θάσου: Σειληνός και Νύμφη, περ. 520–463 π.Χ.wikipedia

Αργυρός Ενόγδοον Στατήρ: Σάτυρος, πςρ. 500–463 π.Χwikipedia


 Η Δραχμή της Θάσου, 4ος αι. π.Χ.

Μετά τη δεύτερη εξέγερση κατά των Αθηναίων το 389-388 π.Χ. η Θάσος εντάχτηκε στη Δηλιακή Συμμαχία. Η οικονομία της Θάσου γνωρίζει εκ νέου μεγάλη ανάπτυξη. Τα μέτρα και σταθμά ανακατατάσσονται και ως νόμισμα καθιερώνεται η δραχμή. Εκτός από τα αργυρά κόβονται και χάλκινα και χρυσά νομίσματα.

Ένα αργυρό ημίδραχμο από τη Φοινίκη του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει μια ιανόμορφη προτομή. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΘΑΣΙ και απεικονίζει δύο αμφορείς, τον ένα δίπλα στον άλλο, ενώ ο αριστερός αμφορέας είναι αντεστραμένος. Το κέρμα έχει διάμετρο 15 χιλ. και ζυγίζει 1,49 γραμ.

Ένα αργυρό αττικό τετράδραχμο του 2ου αι. π.Χ. απεικονίζει το δεξιό προφίλ της προτομής του Διονύσου σε νεαρή ηλικία. Φοράει κορδέλα στο κούτελο και είναι κισσοστεφανωμένος και στολισμένος με δύο ανθοδέσμες. Η κόμη είναι πιασμένη πίσω, ενώ δυο μπούκλες κρέμονται στο σβέρκο. Η πίσω όψη φέρει τις επιγραφές ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΣΩΤΗΡΟΣ και ΘΑΣΙΩΝ δεξιά, αριστερά και κάτω αντίστοιχα. Απεικονίζει το γυμνόσωμο Ηρακλή, που στέκεται όρθιος μπροστά και στρέφει το κεφάλι στα αριστερά. Στηρίζει το δεξί του χέρι στο κάθετο ρόπαλο, ενώ στον αριστερό του βραχίονα έχει κρεμασμένο το δέρας του λιονταριού και στηρίζει το χέρι του στο μηρό. Ανάμεσα στο σώμα του Ηρακλή και το ρόπαλο διαβάζουμε τον αριθμό 66. Το κέρμα έχει διάμετρο 32 χιλ. και ζυγίζει 15,1 γραμ.


Τέχνη

Από την πρώιμη Αρχαϊκή εποχή έως τους όψιμους Ρωμαϊκούς χρόνους η Θάσος αποτελούσε μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο και τα τοπικά εργαστήρια δημιούργησαν πλήθος έργων πλαστικής, κοροπλαστικής και κεραμικής. Η καταγωγή των αποίκων από τις Κυκλάδες, όπου οι τέχνες ανθούσαν από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους, η γεωγραφική θέση του νησιού και οι σχέσεις του με αξιόλογα καλλιτεχνικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα να δεχτεί η τέχνη της Θάσου επιδράσεις διάφορων κέντρων της Ιωνίας και γενικά της δυτικής Μικράς Ασίας, των Κυκλάδων και της Αττικής. Εξάλλου, είναι βέβαιο πως ξένοι γλύπτες εργάστηκαν στο νησί, μεταφέροντας τεχνοτροπίες, ιδέες και τεχνική, και είναι γνωστό πως έργα τέχνης και μικροτεχνίας εισάγονταν από άλλες πόλεις. Τα καλλιτεχνικά αυτά ρεύματα είναι αισθητά στις τοπικές δημιουργίες. Όμως, στο πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ., η γλυπτική δημιούργησε μια τοπική σχολή με έργα που φέρουν γνήσιο θασιακό χαρακτήρα. Τη σημασία της Θάσου ως μεγάλου καλλιτεχνικού κέντρου μαρτυρεί και το γεγονός ότι αποτελεί τη γενέτειρα ενός από τους πιο μεγάλους ζωγράφους της αρχαιότητας, του Πολύγνωτου, που εργάστηκε περίπου στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. στην Αθήνα και στους Δελφούς. Η εξέλιξη της γλυπτικής είναι γνωστή από πλήθος έργων που στεγάζονται στο τοπικό μουσείο, αλλά και στα μουσεία του Λούβρου, της Κωνσταντινούπολης, της Βιέννης και της Αλεξάνδρειας.

Η Αρχαϊκή Εποχή αντιπροσωπεύεται με τμήματα αγαλμάτων και κεφάλια που ανήκουν σε κούρους και σε κόρες, καθώς και με επιτύμβιες στήλες. Από τα πιο εντυπωσιακά γλυπτά αυτής της περιόδου είναι ο κριοφόρος κούρος, έργο ημιτελές του τέλους του 7ου αι. π.Χ. –ύψους 3,50 μ.– η προτομή του Πήγασου και το κεφάλι του Σιληνού. Τα μνημειώδη ανάγλυφα των πυλών της πόλης, Σιληνού, Ηρακλή και Διονύσου, της Θεάς με το άρμα και του Ερμή με τις Χάριτες ολοκληρώνουν τις γνώσεις μας για την αρχαϊκή πλαστική του νησιού. Στην εποχή του αυστηρού ρυθμού ανήκουν τα έξοχα λατρευτικά ανάγλυφα του νυμφαγέτη Απόλλωνα και του Ερμή με τις Χάριτες, που εκτίθενται στο Λούβρο, ένα κεφάλι αλόγου, ένας κορμός γυμνού άντρα, με επιδράσεις της σχολής του Πυθαγόρα, και ένα ανάγλυφο Απόλλωνα με ελάφι. Σε μια αρχαϊστική τεχνοτροπία του τέλους του 5ου ή των αρχών του 4ου αι. π.Χ. ανήκουν τέσσερα κεφάλια γενειοφόρου Ερμή, που κοσμούσαν άλλοτε, πιθανότατα, ερμαϊκές στήλες.

Πολλά είναι τα γλυπτά που ανήκουν στην κλασική εποχή, ανάγλυφα, αποτμήματα αγαλμάτων, νεκρόδειπνα. Από τα πιο αξιόλογα είναι ένα κεφάλι γυναίκας με κεκρύφαλο με έκφραση γεμάτη ευγένεια και ένα κεφάλι νέου άντρα ή ήρωα με χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας του Σκόπα. Μεγάλος είναι ο αριθμός των γλυπτών που ανήκουν στην ελληνιστική εποχή. Από τα πιο αξιόλογα είναι τα αγάλματα που στόλιζαν δύο χορηγικά μνημεία των αρχών του 3ου αι. π.Χ. : κεφαλή Διονύσου, άγαλμα κωμωδίας, τραγικό προσωπείο, άγαλμα πεπλοφόρας Μούσας και Διονύσου. Χαριτωμένο είναι επίσης ένα μικρό σύμπλεγμα Αφροδίτης και μικρού Έρωτα πάνω σε δελφίνι, έργο του 3ου αι. π.Χ.

Στη Ρωμαϊκή περίοδο ανήκουν προσωπογραφίες  επίσημων ανδρών, όπως του Πλάτωνα, του Ιουλίου Καίσαρα, του Λεύκιου Μαρσύα, ένα σύμπλεγμα Ορέστη και Ηλέκτρας, ένα αναθηματικό ανάγλυφο από ιερή τράπεζα και μεγάλο πλήθος από διάφορα αναθηματικά και επιτύμβια ανάγλυφα. Πολλά αξιόλογα αγγεία, που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Θάσου έχουν εισαχθεί (Ρόδο, Χίο, Κυκλάδες, Κόρινθο, Αθήνα). Έργα της τοπικής κεραμικής και αγγειογραφίας είναι αγγεία του τύπου των μηλιακών με πολύχρωμη διακόσμηση, τριποδικά αγγεία και αποτμήματα πιθαριών με ανάγλυφη και εγχάρακτη διακόσμηση αρχαϊκής εποχής, όπως και αμφορείς με μυτερούς πυθμένες, που χρησίμευαν για τη μεταφορά του κρασιού, με ενσφράγιστες λαβές. Είναι επίσης γνωστές θασιακές απομιμήσεις αγγείων της Χίου, όπως και μελανόμορφων αττικών αγγείων.

Οι ανασκαφές των τελευταίων ετών είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας πολύ πλούσιας συλλογής ειδωλίων κούρων, κορών, καθισμένων μορφών που φέρουν στο κεφάλι πόλο ή καλύπτρα, ειδώλια θεών και γυναικών, ηθοποιών κωμωδίας, σατύρων, νάνων, ζώων κ.ά., που ανήκουν στην αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική περίοδο. Η επίδραση στα ειδώλια της Θάσου, τύπων της κοροπλαστικής της Ρόδου, της Αθήνας, της Μύρινας και της Τανάγρας, είναι φανερή. Πολύ αξιόλογη είναι και η πλούσια σειρά των πήλινων αρχιτεκτονικών μελών, φιλοτεχνημένων με ανάγλυφη διακόσμηση και ζωηρά χρώματα. Ακροκέραμοι με παράσταση κεφαλιού Γοργού, Βελλερεφόντη, Χίμαιρας, αντωπών κριών ή υδρόβιων πουλιών, όπως και λίγα τμήματα σίμης με ανάγλυφη παράσταση κυνηγιού εφίππων.
Τις γνώσεις μας για την τέχνη της Θάσου ολοκληρώνουν τα νομίσματα, κομψά έργα τέχνης, όπως και τα αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορα οικοδομήματα –συχνά άγνωστα– διακοσμημένα με άνθη λωτού, ανθέμια και δροσερά φυτικά θέματα.

Ανασκαφές


 Η Γαλλική Σχολή Αθηνών αποτελεί την παλαιότερη ξένη αρχαιολογική σχολή στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1846, μέσα στο κλίμα του φιλελληνισμού που είχε δημιουργηθεί στη Γαλλία με τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους. Από πολύ νωρίς έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες της Θάσου. Ευρήματα στο νησί βρίσκονται σήμερα στο μουσείο του Λούβρου....Οι έρευνές της ξεκίνησαν το 1911, όταν ακόμη η Θάσος τελούσε υπό τουρκική κατοχή και συνεχίστηκαν μετά την απελευθέρωση του νησιού αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας.

Το 1911, οι Γάλλοι αρχαιολόγοι Σαρλ Αβεζού, Σαρλ Πικάρ και Α. Ζ. Ρεϊνά, στο πλαίσιο αποστολής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών στη Βόρεια Ελλάδα, ξεκίνησαν μία μεγάλη έρευνα που ανέδειξε την αρχαία πόλη της Θάσου. Οι ανασκαφές στα χρόνια που ακολούθησαν έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα.
Οι  ανασκαφές αποκάλυψαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα κατάλοιπα του αρχαιολογικού πλούτου, όπως το λιμάνι της Θάσου, πολεμικό και ανοιχτό, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τα εμπορικά πλοία, την Αγορά, το αρχαίο πολιτικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, γλυπτά, αγάλματα και επιγραφές ανεκτίμητης αξίας, το Ιερό Τέμενος του Θάσιου Αγοραίου Δία, το μαρμαρόκτιστο Ωδείο, τα Ιερά της Αρτεμιδος, της Αθηνάς Πολιούχου, του Διονύσου, το Ποσειδώνιο, το μνήμα του Γλαύκου, το Αρχαίο Θέατρο, την Αρχαία Ακρόπολη κ.α.


http://www.hellinon.net/ANEOMENA/Thasos.files/image026.jpg

Προϊστορικός οικισμός  Λιμεναρίων

Ο προϊστορικός οικισμός των Λιμεναρίων, εντοπισμένος από το 1986, ανασκάπτεται από το 1993. Επιχώσεις του τέλους της Μέσης και των αρχών της Νεότερης Νεολιθικής ανασκάφθηκαν στο νοτιοδυτικό τμήμα της εγκατάστασης, κατά τα έτη 1993, 1994 και 1997, ενώ τα έτη 1995, 1996 και 2001 ερευνήθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα της Εποχής του Χαλκού στην κορυφή καθώς και στην ανατολική πλευρά του λόφου. Η πρώτη κατοίκηση στη θέση τοποθετείται λίγο πριν τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ., ενώ τα νεότερα αρχαιολογικά στρώματα χρονολογούνται στην 2η χιλιετία π.Χ..

Επειδή η ανασκαφική έρευνα έχει σωστικό χαρακτήρα, οι ανασκαπτόμενοι τομείς ερευνώνται μέχρι το φυσικό έδαφος.
Έχει ερευνηθεί συνολικά έκταση 350 τμ της Νεολιθικής Εποχής, με πάχος επιχώσεων από 1 ως 2-2,5 μέτρα, ανάλογα με την θέση των τομέων. Η Εποχή Χαλκού έχει ερευνηθεί σε έκταση 110 τμ, με μέσο πάχος επιχώσεων τα 1-1,5 μέτρα. Έτσι τα Λιμενάρια αποτελούν έναν από τους ευρύτερα ανασκαμμένους προϊστορικούς οικισμούς του βορειοελλαδικού χώρου. Επιπλέον, η αρχαιο-γεωμορφολογική έρευνα έχει συμπληρώσει σε αξιόλογο βαθμό την γνώση μας για την αρχική εγκατάσταση και την εξέλιξή της στο χώρο.

Σε εξέλιξη βρίσκονται η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού, από ειδικούς μελετητές, καθώς και ποικίλα ερευνητικά προγράμματα σε συνεργασία με αρχαιομετρικά εργαστήρια που αφορούν στην χρονολόγηση, τις πρώτες ύλες και την τεχνολογία όλων των φάσεων του οικισμού.

Στοιχεία Οικιστικής

Η προϊστορική θέση εγκαταστάθηκε στο νοτιοδυτικό άκρο ενός πλατώματος που αντιστοιχεί σε τμήμα ταράτσας του Μέσου ή Ανώτερου Πλειστόκαινου, στις υπώρειες των λόφων που πλαισιώνουν την κοιλάδα των Λιμεναρίων-Καλυβίων από τα ανατολικά.
Ο οικισμός αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα, με οριζόντια μετατόπιση της εγκατάστασης. Έτσι, οι επιχώσεις της Νεολιθικής περιόδου εντοπίζονται στα δυτικά πρανή, ενώ αυτές της Εποχής του Χαλκού στην κορυφή του λόφου και τα ανατολικά πρανή.
Διαπιστώνονται περιοδικά μεγάλης κλίμακας εργασίες διαμόρφωσης με ισοπεδώσεις ή επιχωματώσεις τμημάτων του κατοικούμενου χώρου και την κατασκευή ταρατσών με λίθινους αναληματικούς τοίχους.


Παρατηρείται γενικά οριζοντιότητα των αρχαιολογικών στρωμάτων, παρά τις κλίσεις του φυσικού κροκαλοπαγούς εδάφους, ενώ κατά τις νεολιθικές οικιστικές φάσεις διαπιστώνεται και σχετική συνέχεια στην θέση κτισμάτων και κατασκευών που σχετίζονται με κατοίκηση και οικοτεχνικές δραστηριότητες. Στην περιφέρεια του νεολιθικού οικισμού εντοπίζονται ορύγματα που λειτούργησαν ως λάκκοι απορριμμάτων.

Συνεχίστηκε και φέτος η ανασκαφική έρευνα στον προϊστορικό οικισμό των Λιμεναρίων, για πρώτη φορά μάλιστα σε αδιατάρακτα στρώματα της προχωρημένης Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.
Η έκταση που ανασκάφηκε δεν ξεπερνά τα 40 τ.μ. Εντοπίστηκαν δύο λιθόκτιστοι τοίχοι, πιθανόν της ίδιας οικιστικής φάσης, στα όρια ακριβώς του φυσικού εδάφους.
Ο τρόπος δόμησης τους, αργολιθοδομή με μοναδικό συνδετικό υλικό τη λάσπη, υπενθυμίζει την τοιχοδομία του τέλους της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού όπως τη γνωρίζουμε από τον ίδιο οικισμό.
Εξωτερικά του βορειότερου από τους τοίχους εντοπίστηκε θερμαντική κατασκευή με δάπεδο από πηλό, της οποίας τα τρία διαδοχικά υποστρώματα εμφανίζουν εξαιρετική κατάσταση διατήρησης: το ανώτερο από όστρακα μεγάλων αγγείων, το μεσαίο από βότσαλα και το κατώτερο από πλακαρές πέτρες.
Άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία δεν εντοπίστηκαν, ενώ λιγοστά ήταν και τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής: αλιευτικά βάρη, θραύσματα λίθινων πελέκεων, μερικές λίθινες χάντρες, σφοντύλια και ένα πήλινο ειδώλιο.
Η φάση αυτή, ωστόσο, έδωσε σημαντική ποσοτικά και ποιοτικά κεραμική, με υψηλό ποσοστό της διακοσμημένης με εγχάρακτα και εμπίεστα μοτίβα.
Η κατηγορία είναι, ως γνωστόν, πολύ διαδεδομένη στην Ανατολική Μακεδονία κατά το πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας.
Σημαντικότερο, ωστόσο, εύρημα αποτελεί ο εντοπισμός αντικειμένων που σχετίζονται με την κατεργασία των μετάλλων, όπως μία τυπική ημισφαιρική χοάνη με ίχνη σκωριών.
Το εύρημα έρχεται να προστεθεί σε αρκετά ως τώρα από τις φάσεις της ΠΕΧ, με τα οποία πιστοποιείται η επιτόπια επεξεργασία του ορείχαλκου αλλά και του αργύρου.


http://www.parapolitika.gr/sites/default/files/thasddff.jpg

http://www.parapolitika.gr/sites/default/files/thss.jpg

Ποτός

Σε ακμαίο οικισμό της Εποχής του Χαλκού ανήκουν σημαντικά ευρήματα που έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα, κατά τη διετία 2009 - 2010 στο λόφο του Αγίου Αντωνίου στον Ποτό της Θάσου.Κατά τις ανασκαφικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο του Αγίου Αντωνίου στον Ποτό της Θάσου, ήρθαν στο φως ευρήματα προϊστορικών και ύστερορωμαϊκών χρόνων.Συγκεκριμένα ,η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε δύο τάφους της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού με πολύ καλή κατάσταση διατήρησης και με σκελετικά λείψανα στο εσωτερικό τους.(Εύρημα σπάνιο  στο βορειοελλαδικό χώρο).
Η πλειοψηφία όμως των τάφων της θέσης ανήκει στα υστερορωμαϊκά χρόνια.Μέσα σε έναν από αυτούς εντοπίστηκε θησαυρός νομισμάτων που χρονολογούνται στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ρωμαϊκοί τάφοι διατάραξαν τη δομή και κατ’ επέκταση την εικόνα των τοίχων και προκάλεσαν εκτεταμένη καταστροφή  των προϊστορικών κτισμάτων.

Στο βόρειο τμήμα του οικισμού εντοπίστηκαν τάφοι που ανήκουν σε νεκροταφείο του 2ου, 3ου και 4ου αιώνα μ.Χ. Οι τάφοι είναι στην πλειονότητά τους κιβωτιόσχημοι. Κτερίζονται με αγγεία και κοσμήματα, ενώ σε μία από τις ταφές βρέθηκε λάγηνος με 22 αργυρών και χάλκινων νομισμάτων.
Εντοπίστηκαν επίσης δύο εντυπωσιακοί, σε μέγεθος και τρόπο δόμησης, κτιστοί οικογενειακοί τάφοι σκαμμένοι μέσα στο βράχο και εν μέρει χτιστοί. Ήταν ακτέριστοι αλλά με σκελετικά λείψανα ενήλικων σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης. Αποκαλύφθηκαν τμήματα δύο αψιδωτών που πιθανόν ανήκουν στην εποχή του σιδήρου .Στο εσωτερικό του ενός από αυτά ήρθαν στο φως πηλοκατασκευές για την παρασκευή του φαγητού.

Ανάλογες κατασκευές καθώς και δάπεδα από πηλό , έδρανα και τριβεία για το άλεσμα των σιτηρών παρατηρήθηκαν και στα κτίσματα της Εποχής του Χαλκού.  

Ένας τοίχος μεγάλου μήκους είναι κατασκευασμένος με την αγαπητή στο Αιγαίο τεχνική του «ψαροκόκκαλου» και πρέπει να χρονολογείται στην 3η χιλιετία π.Χ.Η κεραμική της θέσης είναι ενδιαφέρουσα και περιλαμβάνει όστρακα με εγχάρακτη και εμπίεστη διακόσμηση , που χρονολογούνται στην πλειονότητά τους στη 2η χιλιετία π.Χ.Η παρουσία μυκηναϊκής κεραμικής μαρτυρά τις εμπορικές σχέσεις του οικισμού με τη Νότια Ελλάδα.
Τα κτιριακά κατάλοιπα που ερευνήθηκαν, συγκροτούν ένα σύνολο εννέα κτισμάτων με λίθινα θεμέλια, ανωδομή από πλίνθους και πηλοκατασκευές στο εσωτερικό και στις αυλές τους. Βασικό κίνητρο για την εγκατάσταση του πληθυσμού ήταν η γειτνίαση με τη θάλασσα και οι δυνατότητες άσκησης θαλάσσιου εμπορίου. Τα κτίσματα ήταν μονόχωρα με ορθογώνια κάτοψη, και ένα μόνο με αψιδωτό πέρας. Η άμεση γειτνίαση των κτιρίων και η χρήση μεσοτοιχίας μαρτυρούν τους ισχυρούς ενδοκοινοτικούς δεσμούς των κατοίκων.
Τα μικροευρήματα που αποκαλύψαμε περιλαμβάνουν κυρίως  κρουστήρες  στιλβωτήρες και σφονδύλια. Η πληθώρα των σφονδυλιών και η ποικιλομορφία στα μεγέθη και τα σχήματά τους καταδεικνύουν μια έντονη υφαντική δραστηριότητα στη θέση του Αγίου Αντωνίου. Αξίζει να σημειώσουμε την πυκνή εγχάρακτη και εμπίεστη διακόσμηση μικρού αριθμού σφονδυλιών.

Το πλήθος των οστών ζώων καθώς και των οστρέων που συλλέξαμε, θα μελετηθούν και θα εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα, όχι μόνο  για τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της θέσης αλλά και για την πανίδα της περιοχής κατά τα προϊστορικά χρόνια.


Λιμένας

 Οι πρώτες ανασκαφές στο Λιμένα, πραγματοποιήθηκαν από τον Γερμανό Ε. Miller το 1863 – 1864. Ακολούθησαν οι ανασκαφές του Άγγλου Th. Bent στο Λιμένα, την Αλυκή (1887), καθώς και του Th. MacridyBey στο Λιμένα (1909). Συστηματική μορφή πήραν με την επίσημη έναρξη των ανασκαφών από τους Ch. Picard, Ch. Anezou, και A. J. Reinach, (1911 – 1912) και G. Daux, (1962) της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας. Οι μακροχρόνιες έρευνες της Γαλλικής Σχολής και οι έρευνες της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έφεραν στο φως λαμπρά μνημεία, πλούσια ευρήματα και σπάνιο αρχαιολογικό υλικό, που καλύπτει την πολιτιστική ιστορία του νησιού από τα πρώτα χρόνια της αποικίας των Παρίων ως τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια.

Πρόσφατα μάλιστα σε ιδιόκτητο οικόπεδο στον Λιμένα, στην νεκρόπολη της αρχαίας Θάσου, έγινε σωστική ανασκαφή από την ΙΗ’ Ε.Π.Κ.Α. Καβάλας που έφερε στο φως 150 κινητά ευρήματα, Αυτό που έκανε ζωηρή αίσθηση στον υπεύθυνο έφορο κ. Ζήση Μπόνια, και θα εντυπωσιάσει το κοινό όταν εκτεθούν, είναι τα ευρήματα - κτερίσματα από χρυσό. Πρώτη φορά στο νησί βρέθηκαν τόσα πολλά. Πανέμορφα σκουλαρίκια διακοσμημένα με άνθη, δελφίνια και Νίκες, περιδέραια και δακτυλίδια κ.α. Χρονολογούνται στα κλασικά και ελληνικά χρόνια και δείχνουν ότι η αρχαία Θάσος γνώρισε στον 4ο αι. π.Χ. μεγάλη ακμή.




Ο αρχαιολογικός χώρος της Αλυκής

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αλυκής περικλείει, πέρα από τα αρχαία λατομεία, και τα λείψανα ενός αρχαίου οικισμού, ένα διπλό ιερό και δυο παλαιοχριστιανικές βασιλικές.



Το Ιερό των Διόσκουρων
 
 Στο μυχό του ανατολικού όρμου στην Αλυκή βρίσκεται το αρχαίο ιερό των μέσων του 7ου αι. π. Χ.
Πρόκειται για κτίσμα διαστάσεων 30 και 15 μέτρων, το οποίο ουσιαστικά αποτελείται από δύο οικοδομήματα. Το νότιο κτίσμα, το οποίο σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση, είναι τετράγωνο και φέρει πρόσοψη με πέντε δωρικούς κίονες. Το κτίσμα αποτελείται από δύο άνισες αίθουσες. Στο κέντρο της βόρειας αίθουσας αποκαλύφθηκε μία χαμηλή εστία για θυσίες («εσχάρα») περιτριγυρισμένη με μαρμάρινους λίθους. 
Το οικοδόμημα, έργο του 6ου αι. π. Χ., είναι η αρχαιότερη δωρική κατασκευή του νησιού. Το βόρειο κτίσμα, στο οποίο διατηρούνται ίχνη δωρικής και ιωνικής κατασκευής, έχει διάταξη παρόμοια με αυτή του νότιου οικοδομήματος. Έχει και αυτό σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και στη δυτική του πλευρά διακρίνεται προστώο με κιονοστοιχία. Αποτελείται από δύο αίθουσες άνισου μεγέθους, εκ των οποίων η βόρεια διαθέτει «εσχάρα».
Οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν στο χώρο έφεραν στο φως έναν κούρο που βρίσκεται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, καθώς και πλήθος επιγραφών που μαρτυρούν τη συνέχιση της λατρείας στο ιερό μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Πάνω σε βάσεις κιόνων έχουν βρεθεί επιγραφές που εύχονται να είναι καλοτάξιδα τα πλοία που έρχονταν στο νησί για να φορτώσουν μάρμαρο από τα λατομεία και κατόπιν αναχωρούσαν από την Αλυκή (Σάραπις, Ηρακλής, Ποσειδών, Άρτεμις, Ασκληπιός). Αυτό το ανασκαφικό εύρημα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στους Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, ήταν οι προστάτες των ναυτικών. Στα σκαλοπάτια του βόρειου οικοδομήματος βρέθηκαν χαραγμένα ονόματα επισκεπτών, των εραστών τους και των αγαπημένων τους.
Η λατρεία στο χώρο ξεκινά τον 7ο αι. π. Χ., όταν εγκαταστάθηκαν στο νησί οι πρώτοι Πάριοι άποικοι και συνεχίζεται μέχρι και τον 3ο αι. π. Χ. Τα δυο οικοδομήματα κτίστηκαν στα τέλη του 6ου έως και τις αρχές του 5ου αι. π. Χ.

Στα βυζαντινά χρόνια το αρχαίο ιερό εγκαταλείφθηκε. Η λατρεία, πλέον χριστιανική, μεταφέρθηκε σε ένα ύψωμα όπου παλιότερα υπήρχε ρωμαϊκή νεκρόπολη. Εκεί χτίστηκαν δυο τρίκλιτες βασιλικές, διακοσμημένες με ιωνικούς κίονες και θωράκια με ανάγλυφες παραστάσεις ζώων και φυτικών μοτίβων. Οι δυο εκκλησίες χτίστηκαν στο δεύτερο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα και εγκαταλείφθηκαν κατά το πρώτο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε εγκαταλείφθηκε το λατομείο, ο οικισμός των εργατών και οι κάτοικοι της Αλυκής εξαιτίας πειρατικών επιδρομών    και μετακινήθηκαν στο εσωτερικό για ασφάλεια. Ζωή, ωστόσο, εξακολούθησε να υπάρχει στο μικρό οικισμό και στα μετέπειτα χρόνια, όπως δηλώνεται από τα ερείπια των δύο φραγκικών εκκλησιών, μέχρι που καταστράφηκε το 1651 από πειρατική επιδρομή.
 Παλαιοχριστιανικοί Βυζαντινοί ναοι
  Κατά τους χριστιανικούς χρόνους, η λατρεία από την ακτή της χερσονήσου της Αλυκής μετατοπίστηκε στην κορυφή του λόφου. Το όλον συγκρότημα είναι το αποτέλεσμα τεσσάρων οικοδομικών φάσεων από το 400 με 425 έως τις αρχές του 7ου αιώνα, οπότε και εγκαταλείπεται. Αποτελείται από τρεις εκκλησίες, από τις οποίες ορατές είναι οι δύο, γνωστές στη βιβλιογραφία ως βόρεια και νότια βασιλική. Η πρώτη και αρχαιότερη βρίσκεται κάτω από την βόρεια. Οι δυο βασιλικές είναι κτισμένες η μία δίπλα στην άλλη. Αρχαιότερη και μεγαλύτερη είναι η νότια. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά. Χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες. Οι κίονες είναι κυλινδρικοί αρράβδωτοι από φαιόχρωμο μάρμαρο και επιστέφονται με ιωνικά κιονόκρανα.

Γύρω στα 500 ιδρύθηκε η βόρεια βασιλική. Ανήκει και αυτή στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Στον χώρο του Ιερού Βήματος διατηρούνται τα λείψανα του συνθρόνου. Το φράγμα του πρεσβυτερίου αποτελείται από πεσσούς με συμφυείς κιονίσκους και θωράκια με φολιδωτό κόσμημα. Γύρω στα 600 προστέθηκε ο νάρθηκας και αίθριο με δύο διαμερίσματα στην ανατολική πλευρά. Το βόρειο διαμέρισμα είχε ταφικό προορισμό, ενώ το νότιο ήταν το βαπτιστήριο. Η κολυμβήθρα είχε κυκλικό σχήμα και ήταν λαξευμένη στο βράχο. Μετά την καταστροφή τους στα τέλη του 6ου αι ο χώρος του αιθρίου χρησίμευσε ως νεκροταφείο. Η θέση εγκαταλείπεται στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ.


   Τα λατομεία της Θάσου

Η Θάσος υπήρξε από τα γνωστότερα σημαντικά κέντρα εξόρυξης μαρμάρου της αρχαιότητας και  μπορεί κανείς να δει στο νησί λατομεία όλων των εποχών. Ο Γάλλος Tony Kozelj μέλος της αποστολής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής σιην Ελλάδα, που προωθεί τις ανασκαφές στη Θάσο, αναφέρει ότι έχουν εντοπιστεί λατομεία της Προϊστορικής εποχής, Νεολιθικά και Αρχαϊκά τα οποία είναι πολύ σπουδαία και της ίδιας εποχής με τα Λατομεία της Νάξου. Αρχαϊκά Λατομεία υπάρχουν στο Βαθύ, όπου βρίσκονται και τα Λατομεία του "Ηρακλή" με επιγραφές που είναι του 6ου π.Χ. αιώνα και στον Πύργο, όπου υπάρχει μνημείο, ο Φάρος του Ακήρατου, καθώς και στην Αλυκή, όπου έχουν εντοπιστεί δυο αρχαϊκά κτίρια, όχι όμως και ίχνη αυτών των λατομείων, γιατί καταστράφηκαν από τους μεταγενέστερους.
Υπάρχουν ακόμη ίχνη από κλασικά και ελληνιστικά Λατομεία στο Βαθύ και αλλού, αλλά πολύ περισσότερα είναι τα ρωμαϊκά Λατομεία. Στους ρωμαϊκούς χρόνους τα ελληνιστικά Λατομεία εκμεταλλεύτηκαν πολύ οργανωμένα. Στα λατομεία  υπήρχαν πύργοι - φυλάκια, όπου έμεναν οι στρατιώτες που φύλαγαν τα λατομεία, αλλά και τους εργαζόμενους σκλάβους. Οι Ρωμαίοι έκτιζαν στο χώρο των λατομείων και οικισμούς όπου έμεναν οι εργάτες σκλάβοι. Αργότερα στους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους στους οικισμούς αυτούς κατασκευάστηκαν και μικρές εκκλησίες από τους Χριστιανούς.
Στα βυζαντινά Λατομεία, που και αυτά είναι πολλά, υπάρχουν χαραγμένοι στα μέτωπα σταυροί, αλλά και το παγώνι που συμβολίζει το Θεό. Τέτοια σύμβολα έχουν βρεθεί και στα μέτωπα ρωμαϊκών λατομείων.
Κατά την περίοδο της  Τουρκοκρατίας, τα λατομεία δε δουλεύτηκαν εντατικά και αυτό συνεχίστηκε  μέχρι το 1920 περίπου, όταν άρχισε η σύγχρονη εκμετάλλευση τους.


Λατομείο  Αλυκής

 Η ιστορική ακμή της Αλυκής συμπίπτει με την παράλληλη εξόρυξη των μαρμάρων, η οποία διήρκεσε από τον 6ο π.Χ. αι. μέχρι τον 7ο μ.Χ. αι. Αδιάψευστος μάρτυρας της ύπαρξης εδώ μιας πολυάνθρωπης περιοχής είναι η ονομαζόμενη Μαρμαρόστρατα, που οδηγούσε στον Λιμένα και της οποίας σώζονται ακόμη τμήματα στην περιοχή Πετράδι και Δέρματα. Ακόμη, το βυθισμένο λατομείο στην άκρη της χερσονήσου με τις μισοτελειωμένες λατομικές εργασίες δείχνει ότι ένα τεράστιο εργοτάξιο εγκαταλείφθηκε απρόσμενα από βίαιο γεγονός, πιθανόν από τον μεγάλο σεισμό του 365 μ.Χ. ή εκείνον του 1509μ.Χ.
Με μάρμαρο από την Αλυκή Θάσου Χτίστηκε ο ταφικός περίβολος στον τύμβο της Αμφίπολης και προκαλέί παγκόσμιο θαυμασμό όχι μόνο για την αρμονία και την αρχιτεκτονική της κατασκευής, αλλά ίσως -ακόμα περισσότερο- για το πώς έφτασαν από τη Θάσο στην Αμφίπολη, την εποχή εκείνη και με τα τότε μέσα, δυόμισι χιλιάδες κυβικά μέτρα μαρμάρινων όγκων, που χρειάστηκαν για να περιφραχθεί ο μακεδονικός τύμβος.
Άν περιηγηθεί κάποιος στη μαρμάρινη χερσόνησο, με οδηγό τις ανακαλύψεις των αρχαιολόγων, τότε μπορεί νοερά να μεταφερθεί  σε περιόδους της αρχαιότητας κατά τις οποίες η Αλυκή τροφοδοτούσε με υπέροχο λευκό μάρμαρο, βασίλεια, ανάκτορα και εύπορους  από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Το λατομείο της Αλυκής ήταν το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο στη Θάσο. Απο εκεί, αφού απέκοπταν μαρμάρινους όγκους και τους τοποθετούσαν σε πλοιάρια,  έφευγαν για προορισμούς της Μακεδονίας, της υπόλοιπης Ελλάδας, της Ρώμης μέχρι και την Αίγυπτο και την Περσία, κοσμώντας παλάτια, τάφους επιφανών και σπουδαία κτίρια. Οι φορτηγίδες πλεύριζαν την άκρη του λατομείου και έδεναν τους κάβους στις δέστρες, μεγάλες τρύπες που είχαν ανοίξει για τον σκοπό αυτό, αλλά και για να συγκρατούν τις ανυψωτικές μηχανές σε μη αποκολλημένα μάρμαρα.Με ειδικά τύμπανα (τροχαλίες), ρυμουλκούσαν από τις πλαγιές τους τεράστιες όγκους και τους κατέβαζαν στον πυθμένα του λατομείου, όπου γινόταν η φόρτωση

Το λατομείο της Αλυκής εκτείνεται σε όλο το μήκος της ακτογραμμής από την Αλυκή έως την περιοχή Ντεμίρ- Χαλκάς και ανήκει στα υπαίθρια λατομεία.Το μάρμαρο που εξορυσσόταν ήταν λευκό, λευκόφαιο μεσόκοκκο, αλλά και χονδρόκοκκο ασβεστικής σύστασης και με φαιές φλεβώσεις. Προμήθευε κυρίως τη Σαμοθράκη, τα παράλια της Θράκης τη Λέσβο, τα παράλια της Μικράς Ασίας και την Ρωμαϊκή Περίοδο τη Ρώμη.
Υπάρχουν ίχνη λατόμησης με την τεχνική pointillé (πουεντιγιέ)σφηνών μεσα σε ρηχή αύλακα λαξευμένος κρίκος σε μέτωπο για το δέσιμο σχοινιών, πύργοι-φυλάκια γιατην  επιτήρηση των λατομείων και της ευρύτερης περιοχής, τετράγωνες κοιλότητες για την εγκατάσταση ανυψωτικής μηχανής για την φόρτωση λιθοπλίνθων και την πρόσδεση των πλοίων · αναφορά ύπαρξης ιερού Ποσειδώνα ίχνη βυζαντινής κατοίκησης. Στα ευρήματα της περιοχής συσγκαταλέγονται ένας Αρχαϊκός κορμός,πλήθος διάσπαρτων και μη απολαξευθέντων, ημίεργων, αρχιτεκτονικών μελών  ανάγλυφη στήλη με μετωπική απεικόνιση λατόμου, ημίεργος μονολιθικός κίονας με τεκτονικό σημείο· εγχάρακτο κ.ά.




Αρχαιολογικές Ξεναγήσεις: Η αρχαία Θάσος

Αναφορά στην ιστορία της Θάσου, τους πρώτους κατοίκους και τις πρώτες πόλεις της, το αρχαίο λιμάνι και τη σημασία του ως εμπορικό κέντρο, την άρτια οργάνωση του εμπορίου, τους νόμους και τους πολιτειακούς θεσμούς. Παρουσιάζονται στοιχεία για τους θεούς και τους ήρωες που λατρεύονταν στη Θάσο, για τα λατρευτικά και τελετουργικά έθιμα, αλλά και για το πασίγνωστο κρασί της. Τέλος, παρακολουθούμε εικόνες από τη φύση, τα ευρήματα που φιλοξενούνται στο μουσείο, αλλά και τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους.






Ο Λιμένας Θάσου τη δεκαετία του 1940

Τα Λιμενάρια κατά τη δεκαετία του 1950

http://www.parapolitika.gr/sites/default/files/thassos5.jpg


http://www.parapolitika.gr/sites/default/files/tmima_toy_arhaioy_teihoys.jpg

 http://www.parapolitika.gr/sites/default/files/thassos_archaia_poli1-versus_travel.jpg

 


Σημειώσεις

 Οι αναφερόμενοι Φοίνικες δεν είναι ο συγκεκριμένος σημιτικός λαός, η θαλασσοκρατορία του οποίου τοποθετείται πολύ αργότερα από την ύστερη εποχή του χαλκού, αλλά Μυκηναίοι από τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου, (ανάλυση και βιβλιογραφία δες Χ. Κουκούλη, Πρωτοϊστορική Θάσος, τομ Β’, σελ 727). Δεύτερη ερμηνεία της πληροφορίας του Ηρόδοτου και για το Παγγαίο, (ο.π. σελ 728). Για την εκμετάλλευση των μεταλλείων που αναφέρει ο Ηρόδοτος δεν υπάρχει ακόμη καμιά αρχαιολογική ένδειξη, ούτε στα Κοίνυρα ούτε αλλού στη Θάσο, (ο.π. σελ 684, 726).


Με το όνομα Gattilusio, Κατελούζοι, ή Γατελούζοι, ή Καταλούσιοι φέρονται τα μέλη του Γενοβέζικου Οίκου των Γκαττιλούζι που έδρασαν ως ιδιαίτερος βυζαντινός κλάδος αρχόντων στο Βόρειο Αιγαίο και ειδικότερα στη Λέσβο. Ιδρυτής του κλάδου αυτού ήταν ο Φραγκίσκος Α΄ Κατελούζος
Ο Οίκος αυτός ηγεμόνευσε αρχικά στη Λέσβο και σε περιοχές του Αίνου έχοντας δημιουργήσει την Ηγεμονία Αίνου, από το 1355 μέχρι το 1462 όταν καταλήφθηκε η Λέσβος από τους Τούρκους και μέχρι το 1472 όταν ομοίως καταλήφθηκαν και τα. εδάφη της Ηγεμονίας του Αίνου, όταν και έπαψε να είναι φόρου υποτελής στον Σουλτάνο.

Ο Francesco Gattilusio επωφελούμενος των μεγάλων προνομίων που δίδονταν στους Γενουάτες σε ναυτικές δραστηριότητες, ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και γρήγορα εξελίχθηκε σε μισθοφόρο κουρσάρο διοικώντας μικρή μοίρα πολεμικών πλοίων στο Αιγαίο Πέλαγος. Το 1354 καταπλέοντας στην Τένεδο με δύο γαλέρες τάχθηκε στην υπηρεσία του εκεί ευρισκόμενου έκπτωτου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, κέρδισε την εύνοιά του και τον βοήθησε να εισβάλει στην Κωνσταντινούπολη και να εκθρονίσει τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, καθώς και τον γιο του Ματθαίο, και να αναλάβει αυτοκράτορας. Σε ανταμοιβή ο αυτοκράτορας πλέον Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος τού έδωσε ως κληρονομική ηγεμονία τη νήσο Μυτιλήνη, καθώς και το χέρι της αδελφής του αυτοκράτορα, Μαρίας Παλαιολογίνας. Οι κτήσεις της οικογένειας αυξήθηκαν περαιτέρω με την προσθήκη των νήσων Λήμνου, Ίμβρου, Θάσου και της Σαμοθράκης, καθώς και την πόλη της Αίνου. Χάρη σε αυτά τα υπάρχοντά τους οι Gattilusio κατείχαν για περίπου έναν αιώνα μια σημαντική θέση στην εξόρυξη και πλούσιο εμπόριο της στυπτηρία, μια ουσία που χρησιμοποιείται για να εξασφαλίσει τη βαφή υφασμάτων.

Ο Γάλλος  ελληνιστής  Benigne-Emmanuel-Clement Miller (1812-1886), ήταν παλαιογράφος
και αρχειοφύλακας  στη Βασιλική Βιβλιοθήκη στο ελληνικό τμήμα χειρογράφων (1833) και στη συνέχεια  βιβλιοθηκάριος στη Βουλή των Αντιπροσώπων (1850). Διετέλεσε καθηγητής της νέας ελληνικής γλώσσας  στη Σχολή  Ανατολικών Γλωσσών (École des langues orientales vivantes 1876-1886). 
Το 1864 φυγάδευσε  9 αγάλματα της Στοάς των Ειδώλων με άδεια των οθωμανικών Αρχών από την εβραϊκή αυλή της οικίας του Αρδίτι, πράγμα που προκάλεσε την έντονη αντίδραση Ελλήνων,Τούρκων και Εβραίων κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκρούσθηκαν με τους Γάλλους στρατιώτες, που ήλθαν να εκτελέσουν τις εντολές διαλύσεως του αρχαίου μνημείου.
Ο James Theodore Bent το 1885-1887, επισκέφθηκε την Κάρπαθο τη Σάμο και τη Θάσο όπου επιδόθηκε στη συλλογή και καταγραφή στοιχείων σχετικά με τις παραδόσεις και τα τοπικά έθιμα και βέβαια στην αναζήτηση για να ανακάλυψη  αρχαίων ερειπίων. Στη Θάσο ανακάλυψε ευρήματα από λευκό μάρμαρο και θέλησε να τα πάρει, αλλά σκόνταψε στην πολιτική της οθωμανικής αρχής και έτσι τα αγόρασε.Δημοσίευσε πολλά άρθρα στο Archæological Journal, και στο Journal of Hellenic Studies.Το 1887, δημοσίευσε κίμενα από τις επιγραφές που βρέθηκαν στη Θάσο.



Πηγές -  Βιβλία – Εργασίες

- Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου
- Γυμνάσιο Πρίνου,  Η εκπαίδευση στη Θάσο το 19ο και 20ο αιώνα
-  Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, Λιμενοσκόπιον, Εφορία Εναλίων
Αρχαιοτήτων


 -  Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος / Ιστορία της Θάσου 1453 – 1912 / Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκη 1984
 -  Σωτήρης Γερακούδης / Ιστορία της Θάσου / Εκδοτική Ομάδα / Θεσσαλονίκη 1986
-  Χάιδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη / Πρωτοϊστορική Θάσος Α.Δ. αρ. 45 / Τόμοι Α’, Β’, Γ’ έκδοση Τ.Α.Π.Α. -   Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων / Αθήνα 1992
- Ιωάννης Τουράτσογλου / Μακεδονία / Εκδοτική Αθηνών 1995
- Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης / Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991 / Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995
- Ιωάννης Γ. Βαρδαβούλιας / Η απελευθέρωση της Θάσου και της Καβάλας / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 1996
- Μακεδονία / συλλογική εργασία / Πολιτιστικό τεχνολογικό ίδρυμα ΕΤΒΑ – ΕΟΤ / Αθήνα 1997
- Μάριος Βερέττας, Μέγα Ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων, εκδόσεις Μάριος Βερέττας – Αθήνα 1997
- Το προσκύνημα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Θάσο / έκδοση της Ι. Μ. Αρχαγγέλου Μιχαήλ / Θάσος 1999
- Γεώργιος Παπαευστρατίου / Η ιστορία της Θάσου / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 2001

- Δημήτρης Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 1976 (έκδοση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών)

Malamidou D., L'habitat et l'architecture du Neolithique Moyen en Macedoine Orientale. Le cas de Limenaria (Thasos), Memoire de DEA-Universite de Paris I, (1996).

Papadopoulos S. & Malamidou D., "Limenaria. A Neolithic and Early Bronze Age settlement at Thasos, North-Εast Aegean", The Neolithic, Chalcolithic and Early Bronze Age in the Aegean, Urla Conference,, (1998 (in press).).

Παπαδόπουλος Σ. & Μαλαμίδου Δ., "Οι πρώιμες φάσεις κατοίκησης του νεολιθικού οικισμού των Λιμεναρίων", Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 2000,, (2001).

Παπαδόπουλος Σ. & Μαλαμίδου Δ., "Ανασκαφική Έρευνα στον προϊστορικό οικισμό Λιμεναρίων Θάσου", Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη, 7, ((1993), 1997,), 559-572.

Παπαδόπουλος Σ & Μαλαμίδου Δ., "Προϊστορικός οικισμός Λιμεναρίων: Η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού", Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 11, ((1997), 1999,), 585-596.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ 'Δέκα χρόνια ανασκαφικής έρευνας στον προϊστορικό οικισμό Λιμεναρίων Θάσου''

 -  Πέτρος Αξιώτης, Η νήσος Θάσος. Μυθολογία - Αρχαιολογία - Ιστορία - Περιγραφή - Λαογραφία - Ποίησις, Θεσσαλονίκη
- Παναγιώτη Προέδρου «Ο ορυκτός πλούτος της Θάσου Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα
- Arthur Muller, Dominique Mulliez, Εκατό Χρόνια Γαλλικές ανασκαφές στη Θάσο
- ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ Οργάνωση χώρου και εργασίας,τεχνικές λατόμησης και λάξευσης, τρόποι μεταφοράς, κόστος διασπορά και χρήση λίθων ΑλευράιΚοκκόρου Γεωργία-πουπάκη Ειρήνη, Ευσταθόπουλος Αλέξης
- Λίθον λατομείν, Αγγελική Κουκουβού, εκδόσεις Κορνηλία Στεφανάκη
- Corpus αρχαίων λατομείων, περιοδικό Αρχαιολογία
- Στέλιου Μιχ.Μανωλιούδη, Από τα αρχαία λατομεία στα μνημεία του πολιτισμού,μυθικοί ήρωες και αινίγματα τεχνολογίας
- Αρχαιολογία, Νησιά του Αιγαίου Θάσος της Χάιδως Κουκούλη-Χρυσανθάκη εκδόσεος Μέλισσα

- 20 χρόνια. Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη. Επετειακός τόμος
Πολυξένη Αδάμ-Βελένη & Κατερίνα Τζαναβάρη (επιμέλεια)
-  La céramique au quotidien à Thasos de l’époque archaïque à l’époque protobyzantine », ( με τους F. Blondé, J. - S. Gros), Revue des Études Grecques 124 (2011), σ . 193 - 204

 - Δέκα χρόνια ανασκαφικής έρευνας στον προϊστορικό οικισμό Λιμεναρίων Θάσου, Πρακτικά Ημερίδας, Θάσος 11 Ιουλίου 2003, Έτος: 2012, Εκδότης: ΙΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Αφιερώματα περιοδικών

- Γιώργος Εμμανουηλίδης / Θάσος / ένθετο περιοδικό Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα Τομ. Β’ / έκδοση Χαϊσάϊντινγκ Ε.Π.Ε. 2000- Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / 4 αποδράσεις σε φόντο Μπλε / περιοδικό VITA τ.41 Σεπτέμβριος 2000
- Θάσος / συλλογικό / αφιέρωμα 7 Ημερών εφημ. Καθημερινή 10/8/03
- Ειρήνη Κοντογεωργίου / Θάσος / περιοδικό ΓΕΩ τ.69 Αύγουστος 2001
- Αργύρης Γκίσσας / Διαμαρτυρία για το Radar / περιοδικό Κορφές τ.150 Ιούλιος – Αύγουστος 2001
- Αργύρης Γκίσσας / Θάσος / περιοδικό Κορφές τ.162 Ιούλιος – Αύγουστος 2003

Άρθρα σε εφημερίδες

- Ντίνου Κιούση / Θάσος / εφημ. Καθημερινή 22 Ιουλίου 2001
- Αλέξανδρος Τσαντούλας / Θάσος / εφημ. Έθνος 19 Σεπτεμβρίου 2004
- Γιώττα Συκκά / Αρχαίοι Θησαυροί της Θάσου / εφημ Καθημερινή 16 Δεκεμβρίου 2004
- Τάκη Κατσιμάρδου / Οι πρώτοι πρόεδροι την περίοδο του μεσοπολέμου / εφημ. Ημερησία 5 – 6 Μαρτίου 2005
- Τάκη Κατσιμάρδου / Οι περιπέτειες της Προεδρικής Δημοκρατίας στον Μεσοπόλεμο / εφημ. Ημερησία 12 - 13 Μαρτίου 2005

7/12/2014
SHARE

  • dribbble
  • twitter
  • pinterest
  • behance
  • instagram
    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

**Το tgotn.blogspot.gr έχει ανοιχτά τα σχόλια για τους αναγνώστες της σελίδας για να μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για τα θέματα που διαβάζουν. Ωστόσο παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι υβριστικά, να έχουν νόημα, να είναι γραμμένα στην Ελληνική ή την Αγγλική και φυσικά να μην είναι στα greeklish.
**Αυτονόητο είναι το γεγονός ότι τα άρθρα που δημοσιεύονται στο blog δεν αντιπροσωπεύουν πάντα την γνώμη μας.